Πέμπτη, 24 Απριλίου 2014

Κεφάλαιο 1 - Το πρώτο μάθημα

Ακούει βήματα. Ξυπνάει. Νιώθει το κεφάλι του να βουίζει ακόμη από το χτύπημα του έφιππου. Η αισθήση της αφής επιστρέφει βαθμιαία στα χέρια του που τα αισθάνεται μουδιασμένα. Νιώθει κάποια χειροδύναμα χέρια να τον μεταφερουν κρατώντας τον τις μασχάλες και τα πόδια. Πριν προλάβει να ανοίξει τα ματια του ακούει ένα μεταλλικό ήχο κλειδαριάς, ένα τρίξιμο πόρτας κι έπειτα νιώθει να αιωρείται για λιγότερο από ενα δευτερόλεπτο στον αέρα. Το επακόλουθο χτυπημα του κεφαλιού του στο πέτρινο πάτωμα τον στέλνει πάλι στην αγκαλιά του θεού του ύπνου.

Όταν ξυπνά ώρες μετά, η δίψα του είναι αρκετά μεγάλη. Με δυσκολία  τα χείλη του ξεκολλούν και ξεροκαταπίνει. Βρίσκεται πεταγμένος σε μια γωνιά ενός ημισκότεινου μπουντρουμιού. Το μοναδικό φως μπαίνει στον χώρο από έναν μακρόστενο φεγγίτη που θα μπορούσε μόνο το χέρι του να χωρέσει. Τα μάτια του γρήγορα συνηθίζουν την έλλειψη του φωτός και κοιτάζει γύρω του. Δίπλα του βλέπει ένα κανάτι με νερό κι άλλο ένα με κάποιο καφετί πήγμα που δεν μπορεί να καταλάβει τι είδους τροφή είναι. Πιάνει το κανάτι και κατεβάζει το νερό  στο διψασμένο λαρύγγι του σαν ζώο που πεθαίνει από δίψα. Η πείνα τον οδηγεί να πιάσει το άλλο κανάτι με το καφετί χυλό και να αρχίζει να τον καταβροχθίζει χωρίς να πολυσκεφτεί τι μπορεί να είναι. Η γεύση του φέρνει στο νου διάφορες γεύσεις από όσπρια βρασμένα σε ζωμό κρέατος ενώ η πολτοποιημένη υφή του αφαιρεί κάθε ανάγκη για κουτάλι. Είναι η πρώτη φορά που του σερβίρεται τροφή, έστω και με αυτόν τον απροσδόκητο τρόπο. Συνήθως έκλεβε τη τροφή του όταν εισέβαλε σε κουζίνες εστιατορίων ή άρπαζε τρόφιμα από τα χέρια άλλων και χανόταν μέσα στο πλήθος χωρίς να μπορεί να τον σταματήσει κανείς με αυτή την ευκινησία που είχε.

Το κεφάλι του ακόμη πονάει και ρίχνει μια ματιά τριγύρω του. Γουρλώνει τα μάτια του όταν βλέπει έναν γέρο άνρθωπο σε μια πολύ περίεργη στάση στο κέντρο ακριβώς του κελιού του. Πριν δυο λεπτά θα ορκιζόταν ότι ήταν μόνος του στο κελί αλλά ίσως και να έκανε λάθος. Η έλειψη του φωτός ήταν τέτοια που το μισό κελί δεν μπορεί να το εξερευνήσει ακόμη με τα μάτια του.
Ο γέρος φοράει ένα καφέ μανδύα και στέκεται ακίνητος στο κεφάλι του ενώ έχει ενωμένα τις παλάμες του. Το ένα του πόδι είναι τεντωμένο πάνω ενώ το άλλο αλλάζει θέση σα να κάνει κάποιου είδους τελετουργική χορογραφία. Μια τεντώνεται ψηλά, έπειτα λυγίζει το γόνατο και περιστρέφεται με ένα σταθερό ρυθμό κρατώντας πάντα μια λεπτή ισορροπία.

Η πρώτη σκέψη του Λύκου που συνωφρυάται  στη θέα αυτού του γέρου είναι να τον σταματήσει. Έχει δει διάφορους τσαρλατάνους αλλά σαν του λόγου του δεν έχει δει ποτέ.  Αμέσως πετά το κανάτι με το φαγητό σε έναν από τους σκοτεινούς τοίχους της φυλακής, ανακάθεται στη λεκάνη του, στηρίζεται στα χέρια του και τεντώνει το ένα του πόδι ρίχνοντας μια κλοτσιά προς το γέρο για να τον γκρεμίσει.

Με μια αστραπιαία κίνηση ο γέρος αμύνεται στο χτύπημα ανοίγοντας τις παλάμες και ξανακλείνοντας τες με δύναμη φυλακίζοντας εκεί τον αστράγαλο του Λύκου. Δυο δάχτυλα από τα χέρια του γέρου που πιέζουν απότομα τα κατάλληλα νεύρα κι ο πόνος διαπερνά όλο το πόδι του Λύκου φτάνοντας ψηλά στη ραχοκοκαλιά του. Ο Λύκος διπλώνεται από τον πόνο και μαζεύει το πόδι του με μια έκφραση μίσους να ζωγραφίζεται στο πρόσωπο του.
Δεν το περίμενε αυτό. Πριν αλλάξει καν η μέρα δέχεται ένα νέο χτύπημα κι αυτή τη φορά πιο δραστικό. Νιώθει το πόδι του να μουδιάζει και το μαζεύει. Το μένος όμως κυλά στο άσπλαχνο σαρκίο του και σηκώνεται να χτυπήσει το γέρο αυτή τη φορά όρθιος. Το μεγάλο άνοιγμα των χεριών του, επιτρέπει να επιφέρει ένα χτύπημα στον αντίπαλο του χωρίς να πλησιάσει πολύ. Η απάντηση όμως του γέρου είναι κι αυτή τη φορά πιο άμεση. Πριν προλάβει να κατεβάσει το χέρι του με φόρα δέχεται ένα χτύπημα αστραπή κατακέφαλα που τον πετά πίσω ζαλισμένο. Παραπατά και πέφτει πίσω στον τοίχο έκπληκτος.

Ο γέρος με απόλυτη αρμονία κατεβάζει το πρώτο κι έπειτα το δεύτερο πόδι στο δάπεδο και ανασηκώνεται όρθιος. Ισιώνει τη στολή του και υποκλίνεται στον Λύκο. Είναι ένας κοντός γέρος με μακριά μαλλιά πλεγμένα άναρχα σε μια βρώμικη κοτσίδα, έχει γκρίζες χοντρές φαβορίτες που ενώνονται με το μακρύ του μούσι. Η φυλακή φαίνεται να έχει καταβάλει την εμφάνιση του αλλά όχι και τον ίδιο και τις δυνάμεις του.

-Σήμερα τελείωσε το πρώτο μάθημα. Σεβασμός. Ειδικά όταν ο δάσκαλος προσεύχεται. Κατανοητό;

Ο Λύκος τα έχει χάσει. Πρώτη φορά βρίσκεται σε φυλακή, πρώτη φορά τον σερβίρουν φαγητό από τότε που ξεβράστηκε στην Κίνα και πρώτη επίσης φορά στη ζωή του τον δέρνουν έτσι τόσο ταπεινωτικά. Δεν πρόλαβε να αντιδράσει καν, σκέφτεται. Ο γέρος αυτός δε μπορεί να είναι κάποιος τυχαίος που βρέθηκε στη φυλακή του αυτοκράτορα. Χωρίς να το πολυσκεφτεί αποφασίζει να κάνει ειρήνη με τον γέρο, τουλάχιστον μέχρι να σταματήσει να πονάει ο αστράγαλος του και το κεφάλι του από τη κλωτσιά.

Γνέφει καταφατικά και κάνει μια μικρή υπόκλιση με το κεφάλι στον νέο του δάσκαλο.

Επίσης είναι η πρώτη φορά που έχει δάσκαλο. Για όλα υπάρχει μια πρώτη φορά τελικά, σκέφτεται και προσπαθεί να πνίξει ένα μικρό χαμόγελο αμηχανίας για τη πρωτόγνωρη αυτή κατάσταση.

Πέμπτη, 10 Απριλίου 2014

Πρόλογος



   Ο Elkador μου ζήτησε να του γράψω μια ιστορία που έχει να κάνει με την αρχαία Κίνα των αυτοκρατόρων και των πολεμιστών.

   Δυστυχώς εκείνη την εποχήβρισκόμουν στην Αίγυπτο, που είχε μεγάλα θέματα να λύσει, καθώς οι μεγάλες της θεότητες άρχισαν να παίρνουν το Σκοτεινό Μονοπάτι, βλέποντας την εισβολή των Ελλήνων Θεών στις ορδές των πιστών τουςκαι χρειαζόταν να βρίσκομαι εκεί για να τους καθοδηγήσω μέσα από την Χαοτική Οδό και να τους μετατρέψω σε Mιάσματα για να τους πολεμήσουν.
   Άρα δεν ξέρω από πρώτο χέρι πως ήταν τότε η Άπω Ανατολή.

   Έτυχε όμως να γνωρίσω ένα θνητό που έγινε ο πρώτος και τελευταίος μαθητής μου. Ένας θνητός που η επιδεξιότητά στο φόνο συγκρίνονταν μόνο με την ταχύτητα του να παίρνει τις λάθος αποφάσεις την πιο σωστή στιγμή, κάτι που είναι ανήκουστο, αλλά συνάμα τόσο ελκυστικό, όπως θα διαβάσετε. 
Ας τον πούμε.....Λύκο, τον Πρώτο Πεπτωκότα Σκύλο της Αυτοκρατορικής Αυλής της Κίνας. 


=================
Αρχή προλόγου
=================

   Ο Λύκος δεν ήταν Κινέζος, αλλά Ιάπωνας, γεννημένος με απίστευτη ευελιξία και ασυνήθιστη ταχύτητα.
Από μικρός ξεχώρισε για το μεγάλο ύψος του (1,80 περίπου) και τις μεγάλες σιωπές του. Μεγάλα πάθη τάραζαν το μυαλό του και τα έκρυβε πίσω από τη μάσκα του πανέμορφου προσώπου του.

   Στα 16 του σκότωσε πισώπλατα τον περιτριγυρισμένο από φρουρούς διοικητή της επαρχίας του, ξεφεύγοντας από βέλη και κοντάρια. Στη φυγή του απάνω σκότωσε και τον τότε αυτοκράτορα της Ιαπωνίας και τότε πήρε την πρώτη του λάθος απόφαση την πιο σωστή στιγμή: να δραπετεύσει από την Ιαπωνία με βάρκα.

   Αν παρέμενε στη χώρα του θα στέφονταν αυτός επόμενος αυοκράτορας....η συνέχεια όμως έδειξε ότι αυτός που πήρε τη θέση του δολοφονήθηκε την ημέρα της Στέψης.
Ποιος ξέρει άραγε αν θα είχε κι αυτός την ίδια μοίρα;
Η Κόλαση του έταξε στον ύπνο του ότι αν παρέμενε θα τον προστάτευε, αλλά η ερμηνία ονείρων δεν ήταν μέσα στις ικανότητες ενός φτωχού χωριατόπαιδου με ασυνήθιστες δυνάμεις...

    


     Αγριοι άνεμοι τον πέταξαν με βία στα παράλια ενός ψαροχωρίου της Κίνας.
 Από 'κει έφυγε αυθημερόν κατευθυνόμενος στα βάθη της αχανούς γης, γεμάτης κάθε μορφής βουνού, δάσους και ζωής.
Όταν πεινούσε έκλεβε και σκότωνε, χαράζοντας έτσι ένα μονοπάτι μικρών θρήνων στο πέρασμά του, ζώντας σαν άγριο ζώο που έβγαινε τη νύχτα. Τη μέρα περπατούσε μπροστά, χωρίς σκοπό, προσέχοντας μόνο μην τον δούνε. Για το λόγο αυτό ντύνονταν στην αρχή με φύλλα και μετά φορούσε τα ρούχα των θυμάτων του, προσέχοντας να μην είναι πολύ φανταχτερά. Περπατούσε πολύ σκυφτός, καμπουριάζοντας για να κρύβει το μεγάλο του ύψος και συχνά σκαρφάλωνε δέντρα για να βρει την επόμενη πόλη ή χωριό.

   Μέσα σε τέσσερα-πέντε χρόνια κατάφερε να φτάσει μέχρι την πρωτεύουσα μιας τεράστιας επαρχίας και τότε ένιωσε για πρώτη φορά μικρός.


   Τεράστιοι δρόμοι και ναοί, οχλοβοήκαι κόσμος να κοιμάται, να ξυπνά και να πεθαίνει μέσα στα ακαθόριστα όρια μιας εξαθλίωσης που στα άκρα της βρισκόταν τα χωράφια των βρώμικων χωρικών και στο κέντρο της το παλάτι του Αυτοκράτορα με τα χρυσοντυμένα σαλιγκάρια που πραγματοποιούσαν κάθε του επιθυμία.

   Για ακόμα μια φορά άφησε το ταλέντο του να ξεδιπλωθεί.
Έφτιαξε μικρά κοφτερά μαχαίρια από ξύλο και περνώντας μέσα από τις αγορές ντυμένος ζητιάνος χτυπούσε αθόρυβα και με ταχύτητα κάποιον που περνούσε δίπλα του και κουβαλούσε ένα κομμάτι κρέας, έναν άλλον με ένα πήλινο γεμάτο αχνιστό ρύζι, έναν έμπορο που πουλούσε μαχαίρια και μετά χάνονταν στο πλήθος αφήνοντας τους περαστικούς να λεηλατήσουν το σώμα του νεκρού. Κάθε βράδυ τουλάχιστον τρία σπίτια θρηνούσαν τους νεκρούς που συνάντησαν τον θάνατο από το χέρι του Λύκου.
   Ποτέ δεν έκλεψε λεφτά. Τα λεφτά δεν τον ενδιέφεραν, αφού αποκτούσε με ταχύτητα ότι ήθελε χωρίς καν να προλάβει το αίμα του θύματός του να τον λερώσει.
Έκρυβε τα λάφυρά του κάτω από τα φτωχικά του ρούχα και κανείς δεν υποψιαζόταν να τον ψάξει. Κάθε νύχτα, πήγαινε σε μια απόμερηγωνιά προσεκτικά για να μην τον δει κανείς και τεντώνονταν σηκώνοντας τα χέρια του ψηλά στον ουρανό για να ξεκουράσει το ψηλό του κορμί που το καμπούριαζε όλη τη μέρα. Μετά έτρωγε.

   Αυτό κράτησε για περίπου πέντε μήνες και η φήμη του Αόρατου Δολοφόνου περιπλανιόταν στην πόλη σαν Δαμόκλειος Σπάθη.
Κανένας δεν ήταν ασφαλής, αλλά επειδή δεν σκότωνε πλούσιους, ο Αυτοκράτορας δεν ενδιαφερόταν. Ο εξαθλιωμένος κόσμος φοβόταν να του μιλήσει και έτσι ο Λύκος λεηλατούσε τις ζωές των φτωχών.
Όλα αυτά μέχρι τη μέρα που ο θάνατος από το χέρι του Λύκου χτύπησε την πόρτα του Γιατρού του Αυτοκράτορα, ενός ανθρώπου πολύήρεμου και πολύ απλού, κάθε μέρα που άφηνε τα Ανάκτορα για να γυρίσει στο σπίτι του.

   Εκείνη τη μέρα επέστρεφε κρατώντας ένα πανέρι με φρσκοψημένα ποταμόψαρα που του τα είχε κάνει δώρο μία από τις παλλακίδες του Αυτοκράτορα μετά από μια δύσκολη ασθένεια της.
Το κρύο μέταλο ενός λεπτού εγχειριδίου τρύπησε τον δεξί του πνεύμονα χωρίς αντίσταση στο θώρακα. Το τελευταίο πράγμα που είδε προσπαθώντας μάταια να φωνάξει ήταν το πανέρι του να φεύγει απ' τα χέρια του και να προσγειώνεται στην ανοιχτή παλάμη ενός ζητιάνου με χαμηλωμένο καπέλο και να χάνεται μέσα στα ρούχα του. Ανήμπορος να αντιδράσει, έχασε τις αισθήσεις του και ξεψύχησε.

   Η επόμενη μέρα βρήκε την πόλη ανάστατη από τους βασιλικούς φρουρούς που άρπαζαν κόσμο και τον οδηγούσαν στα μπουντρούμια για ανάκριση. Ο Αόρατος Δολοφόνος είχε ξαναχτυπήσει, αλλά αυτή τηφορά είχε κάνει το μεγάλο λάθος.
Κάποιοι ένιωσαν ανακούφιση που το αίμα επιτέλους έφτασε και στα Βασιλικά Πατώματα και ίσως μέσα από την αναταραχή να βρισκόταν τα ίχνη του.

   Ο Λύκος ήξερε να κρύβεται, γιατί δεν ήταν μόνο το ύψος του που θα τον έκανε ύποπτο, αλλά και το πρόσωπό του που δεν έμοιαζε με κινέζικο. Δεν είχε το κίτρινο χρώμα και τις σκελετωμένες γωνίες ενός Κινέζου. Το όμορφο πρόσωπό του είχε το χρώμα του πιο φίνου αλάβαστρου με δυνατές, αλλά γεμάτες καμπύλες στα σαγόνια του. Τα μάτια του ομοίαζαν με δύο ασύγκριτα καμπυλωτά δάκρυα που αντανακλούσαν τέλεια σε ένα νοητό καθρέφτη στη μέση του προσώπου του και η λεπτή του μύτη, που ασμίζονταν συνέχεια, δεν είχε καμιά σχέση με την πλακουτσωτή κινέζικηπου συνήθως την γέμιζε ένα ζευγάρι τεράστια ρουθούνια.
Αυτό το πρόσωπο έπρεπε καθημερινά να καλύπτει με λάσπηκαι σκατά από το δρόμο για να μην κινάει υποψίες.


   Δεν πρόλαβε όμως να δει 
και αν πρόλαβε, δεν μπόρεσε έγκαιρα να αντιδράσει -παρόλη τη μεγάλη του ταχύτητα- δύο έφιππους βασιλικούς φρουρούς που έτρεχαν εκείνη τη στιγμή μέσα στα στενά δρομάκια, ανατρέποντας ό,τι έβρισκαν στο πέρασμά τους. Παίρνοντας απότομα μια στροφή, τοένα από τα δύο ζώα τον χτύπησε βίαια με τη κοιλιά του και τον έριξεπάνω σε μια ποτίστρα γεμάτη νερό, σηματοδοτώντας για πάντα μια απροσδόκητη σειρά γεγονότων:
Είδε σε αργη κίνηση το σώμα του να πέφτει προς το νερό και άπλωσε σαν γάτα τα άκρα του για να πιαστεί από τις άκρες του ξύλου, αναγκάζοντάς τον να τεντώσει όλο του το κορμί. Εκείνη τη στιγμή ο έφιππος έριξε τα μάτια του πάνω του για να δει τι συμβαίνει. Ο Λύκος κατάφερε να πιαστεί από τις άκρες της ποτίστρας μοιάζοντας με μια τεράστια αράχνη που κρέμονταν πάνω από το θύμα της, αλλά το ένα στήριγμά της έσπασε από το βάρος και τη βία της σύγκρουσης, ρίχνοντάς τον κάτω. Όλο το νερό έπεσε πάνω του και πριν προλάβει να τον χτυπήσει το ξύλο, το μάτι του φρουρού είδε κάτι να λάμπει μέσα απ' τα ρούχα του.
Ο έφιππος τράβηξε με βία τα γκέμια του ζώου του που σηκώθηκε στα πισινά του πόδια και φώναξε για να τον ακούσει ο συνάδελφός του.Ξεπέζεψαν και προτείνοντας τα ξίφη τους αποκάλυψαν αυτόν που κρύβονταν από κάτω. Και τα δύο όπλα κόλλησαν στο λαιμό του Λύκου που τους κοιτούσε σαν ζώο που το είχαν παγιδεύσει σε γωνία. Δίπλα του πεταμένα ήταν πέντε πανομοιότυπα στιλέτα, σαν σουβλιά.
   Κόσμος μαζεύτηκε για να δει τι είχε συμβεί και πριν προλάβουν να πέσουν απάνω του και τον σκοτώσουν, τον χτύπησαν δυνατά στο σαγόνι στέλνοντάς τον για λίγο στην αδερφή του Μορφέα, την Λιποθυμία. Τον φόρτωσαν γρήγορα σε ένα άλογο και έφυγαν το ίδιο γρήγορα όπως ήρθαν.
Οι διαταγές ήταν σαφείς. Να οδηγηθεί στο παλάτι για να δικαστεί από τον ίδιο τον Αυτοκράτορα.