Πέμπτη, 8 Μαΐου 2014

Κεφάλαιο 2 - Παύση σιωπής



   Ο Λύκος, δεν κατάλαβε τι είχε πει ο συνδέσμιός του, άλλωστε δεν είχε χρειαστεί να μάθει τη γλώσσα τους, αλλά η γλώσσα του πόνου είναι παγκόσμια και όπως ένα λιοντάρι υποτάσσεται στο μαστίγιο του θηριοδαμαστή του, έτσι και αυτός αναγνώρισε την υπεροχή του γέρου, υποκλίθηκε και κουτσαίνοντας, έσυρε την αλυσίδα του μέχρι τη γωνιά του και ανακάθισε στο ημίφως.

   Με σκυφτό το κεφάλι κάρφωνε ασταμάτητα το γέρο στα μάτια, ζυγίζοντάς τον και προσπαθούσε να βρει με πιο τρόπο θα τον εξόντωνε. Δεν ένιωθε καθόλου κουρασμένος, παρόλο που οι δεσμοφύλακες νόμιζαν ότι τον είχαν σαπίσει στο ξύλο και είχε ματώσει στο πρόσωπο και στην πλάτη.
   Όμως, όπως κάθε άγριο θηρίο, που δεν θα πήγαινε ποτέ να γλύψει και να αγκαλιάσει το θηριοδαμαστή του, έτσι και αυτός περίμενε ένα "άνοιγμα", μία στιγμή που το άθλιο και ζωντανό αυτό κουφάρι θα έστρεφε την προσοχή του αλλού για να του ορμήσει και να τον κατασπαράξει, όχι από εκδίκηση, αλλά επειδή η φύση του τον προστάζει να εξαλείφει τον ανταγωνισμό.

   Καθόταν εκεί στο μισοσκόταδο και περίμενε.
Ο γέρος φαινόταν σαν να διάβαζε αόριστα τα μάτια του, παίζοντας το παιχνίδι του "ποιος θα πάρει τα μάτια του από τον άλλο πρώτος". Δεν έδειχνε όμως καθόλου ανήσυχος. Αντίθετα μάλιστα, οι κινήσεις του ήταν ήρεμες και περιοριζόταν μόνο σε μερικά ανακαθίσματα για να βολευτεί καλύτερα στον υγρό και κρύο τοίχο του κελιού.

  Άλλοι στη θέση τους θα είχαν υποκύψει ήδη στα καλέσματα του ύπνου, αφήνοντας τη μάχη για την επόμενοι ημέρα, όχι όμ......


   ....Ω ΘΕΕ ΜΟΥ....

με μια κίνηση του χεριού του ο γέρος στέλνει άξαφνα ένα ζωντανό μαύρο κύμα κρύου αέρα πάνω του, μουδιάζοντας το κορμί του Λύκου και μετά ακινητοποιώντας τον πλήρως. Δεν μπορούσε να κουνήσει καν τα μάτια του και το βλέμμα του έμεινε πάνω στο γέρο που τώρα έσφιγγε στη εκτεταμένη γροθιά του τις ρίζες του κύματος. Πλέον δεν έμοιαζε με κάτι άλλο παρά σαν μια μαύρη φωτιά που οι φλόγες της τον αγκάλιαζαν και πηγαιναν προς το κέντρο του σώματός του.

   Πρόλαβε μόνο να δει το γέρο να εκτείνει και το άλλο του χέρι προς το μέρος του, αρπάζοντας νοητά το μυαλό του και να το σπρώχνει σε ένα μέρος που δεν είχε ξαναπάει.

   ..................................................


   Τίναξε τα φτερά στην πλάτη του και με τα νύχια του μπροστινού του ποδιού σκάλισε το σκληρό νερό της λίμνης που εκτείνονταν μπροστά του και όλα αυτά στο νου του του φάνηκαν πέρα για πέρα φυσιολογικά. Κοίταξε την αντανάκλασή του στο πράσινο νερό, αλλά δεν είδε τίποτα. Κατάλαβε που έπρεπε να κοιτάξει και σήκωσε το βλέμμα του.

    Πάνω απ' το κεφάλι του είδε σαν ένα καλοσχηματισμένο και πολύχρωμο σύννεφο τη μορφή του:
Ήταν μυώδης και η γούνα του που ήταν γκρίζα, συμπληρωνόταν από πολλά μεταλικά "μπαλώματα" στο σχήμα των όμορφων ανθρώπινων ματιών του. Στον εξωτερικό μυ του κάθε πίσω ποδιού του φύτρωναν τα πόδια ενός σκορπιού με το κεντρί του κάθενός από τους δύο να απέχει μισή ανάσα από τα πλευρά του, έτοιμοι να τον θανατώσουν...ένα είδος Δαμόκλειου Σπαθης για τυχόν ένα και μοναδικό λάθος. Εντύπωση του έκανε η ουρά του που έμοιαζε πεπιεσμένη και μεταλική στα πλάγια, σαν τα σπαθιά Κατάνα που έφτιαχναν οι μεταλλουργοί πίσω στην πατρίδα του. Λίγο πιο μεγάλη από τα πόδια του σερνόταν ανυπόμονα στο χώμα σπινθιρίζοντας. Χιλιάδες λεπτά, μακριά και αρθρωτά -σαν πόδια αράχνης- νύχια κουνιόταν σαν να ήταν δεμένα μεταξύ τους και σχημάτιζαν κύματα αέναης κίνησης πάνω στην πλάτη του, σκούρα σαν σκελετοί εντόμου. Αυτά ήταν τα φτερά που στόλιζαν το ζωώδες και παράξενο σώμα του σε αυτό το επίπεδο ύπαρξης που δεν είχε ιδέα Που και Πότε ήταν. Τίναξε με μια κίνηση δυνατά τα φτερά του να ισιώσουν για να τα καμαρώσει: έμοιαζαν με δύο τεράστιους, αποτρόπαιους μανδύες, που θα ξυπνούσαν σε κάθε πλάσμα τον φόβο του θανάτου από σμήνος δηλητηριωδών έντομων.

   Τέλος έστρεψε τη ματιά του και αντίκρυσε το πρόσωπό του. Ίσως ήταν η πιο αληθινή αντανάκλαση του ευτού του που είχε δει ποτέ: Δυο χάλκινα μάτια στόλιζαν τις αψίδες του γκρίζου, τριχωτού κρανίου του, με δυο μυτερά αυτιά σαν δαίμονα να τον στεφανώνουν. Μια μακριά, σκληρή μουσούδα που τελείωνε σε μια μαύρη και υγρή μύτη. Έσφιξε τους μύες του προσώπου του και κάτω από τα κατάμαυρα χείλη του ξεπρόβαλλαν ατσάλινες σειρές δοντιών, δύο σειρές σε κάθε γνάθο, μοιάζοντας έτσι με δαιμονικό πλάσμα, γεννημένο στις κολάσεις της ανθρώπινης φαντασίας, μόνο που εδώ -Όπου και Όποτε ήταν αυτό- ήταν Πραγματικότητα, μια Πραγματικότητα, η δική του αληθινή Πραγματικότητα....


   Και τότε ούρλιαξε.
Ούρλιαξε με όλη τη δύναμη της Δύναμής του, ούρλιαξε με κάθε κομμάτι της Χαράς και της Καταδίκης του, ούρλιαξε μέχρι να τον θαυμάσει και να τον φοβηθεί κάθε πλάσμα Όπου και Όποτε.
   Και ήταν το ουρλιαχτό του ήχος ζώου μη-ζώντος, ήταν ουρλιαχτό Νίκης και Φόβου και τότε Τον ένιωσε.


   Τον ένιωσε να αιωρείται πάνω από τη λίμνη που δεν αντανακλούσε. Τίποτα δεν πρόδιδε την παρουσία Του παρά μόνο η ίδια η Διαίσθηση που του έδινε αυτή η Ύπαρξη. Τώρα δεν υπήρχε τίποτα άλλο παρά μόνο ο Λύκος, η Λίμνη και ο Άρχοντας του Γέρου, γιατί με αυτό τον σκοπό είχε έρθει Εκεί και Τότε.

  Τα φτερά του, σαν από αντανακλαστικό, αγκάλιασαν και θωράκισαν τον κορμό του, η ουρά του σαν ξιφολόγχη υψώθηκε στον αέρα, γρύλισε μέσα από τα δόντια του πετώντας έξω την κατάμαυρη γλώσσα του, αλλά οι σκορπιοί στα μπούτια του χαμήλωσαν τα κεντριά τους πάνω στο δέρμα του ώστε να τον αναγκάσουν να ηρεμήσει και να υποταχτεί.

  Δεν είχε σκοπό να επιτεθεί, αλλά απλώς να επιδείξει στην Οντότητα ότι δεν είναι ανύμπορος απέναντί του, όμως η απειλή του φαρμακιού κατεύνασε την κάθε του επιπόλαιη επιδειξιομανία. Τότε συνειδητοποίησε ότι ποτέ πριν στη ζωή του δεν υπήρξε επιδειξιομανής, παρόλο που θα μπορούσε με άνεση να παίρνει απροκάλυπτα και με περηφάνεια ό,τι ήθελε, χρησιμοποιώντας απλώς την ομορφιά του και τη δύναμή του και αυτό τον παραξένεψε, αλλά η εσωτερική του αυτή διαμάχή δεν κράτησε πολύ.


......................................


  Η Οντότητα αιωρήθηκε προς το μέρος του χωρίς όμως να υλοποιείται, ούτε καν να γίνεται μια ορατή ενέργεια. 
Ό,τι και αν ήταν Αυτό, έμοιαζε να είναι εξίσου σε μια άλλη διαφορετική διάσταση Ύπαρξης και το μόνο που συνέδεε τον Λύκο με τον Άρχοντα (έτσι τον ένιωσε στο μυαλό του) ήταν ένας διανοητικός δεσμός και τότε μια φωνή μέσα στο μυαλό του......



..............................

  "Εφτά Αντικείμενα - πρέπει να τα βρεις και να κατανοήσεις την Ύπαρξή τους. Θα αντιμετωπίσεις τους Φύλακες και τους Εχθρούς τους και θα τα αφήσεις ξανά στη θέση τους. Σε κάθε αντικείμενο που θα βρίσκεις, πάντα θα φτάνει ταυτόχρονα ο Φύλακάς του και ο Εχθρός του. Ο Φύλακας το προσέχει και θέλει να το κρατήσει στη θέση του, χωρίς να μάθεις ποτέ τι είναι και ο Εχθρός του θέλει να το κατανοήσεις Εσύ και μετά να σε πείσει να το πάρεις. Η δική σου θέση δεν είναι να βρεθείς ανάμεσά τους και να επιλέξεις τι από τα δύο θα κάνεις, αλλά να αντιπαλέψεις τις άλλες δύο Δυνάμεις...."

 ".....Ποτέ η Ύπαρξη δεν ήταν η μάχη ανάμεσα σε δύο Δυνάμεις: Καλό και Κακό, Δίκαιο και Άδικο, Ισχυρό και Αδύναμο.
 Πάντα είναι Τρεις: Καλό-Θεμιτό-Κακό, Δίκαιο-Ηθικό-Άδικο, Ισχυρό-Προικισμένο-Αδύναμο...."

"....Το κάθε Αντικείμενο θα το βρίσκεις στον δικό σου κόσμο, όχι έπειτα από αναζήτηση, αλλά διότι θα τοποθετείται στο δρόμο σου ανά πάσα ώρα και στιγμή. Έτσι δεν θα χρειαστεί να κάνεις μεγάλα ταξίδια και να ψάχνεις άδικα για πληροφορίες....."

".....Η μάχη που θα δίνεις για το κάθε αντικείμενο θα ξεκινάει στον κόσμο σου, αλλά θα εξελίσσεται παράλληλα και σε αυτόν εδώ. Και οι δύο μορφές Ύπαρξή σου θα υποφέρουν εξίσου τα ίδια χτυπήματα που θα δεχτείς σε κάθε Επίπεδο. Το ίδιο ισχύει και για τους Φύλακες και τους Εχθρούς...."

"....Η πραγματική κατανόηση του κάθε Αντικειμένου βρίσκεται σε αυτό το επίπεδο, οπότε μετά από κάθε νίκη θα πρέπει να βρεις ένα προφυλαγμένο μέρος για να αφήσεις το σχεδόν νεκρό σου σώμα και να έρθεις εδώ για να διαλογιστείς. Κάθε Διαλογισμός πάνω σε κάθε Αντικείμενο είναι εξίσου μια δύσκολη Μάχη....."


".....Δεν είσαι ο πρώτος και ούτε θα είσαι ο τελευταίος που πέρασε από αυτό το στάδιο Ύπαρξης, οπότε αν τυχαία συναντήσεις κάποιο άλλο Ζώο, οι πληροφορίες που θα σου δώσει θα σου είναι άχρηστες. Δεν είσαι κάποιος Εκλεκτός που θα σώσει τον Κόσμο ή θα ανταμειφθεί με υλικά αγαθά για αυτό που θα περάσεις. Είσαι απλά ένας από τους Μερικούς που υπάρχουν σε κάθε σύμπαν που για κάποιους αόριστους λόγους έχεις δύο Υπάρξεις. Η Φύση του Είναι σου είναι άγνωστη ακόμα και σε εμένα. Εγώ είμαι απλά ένας Εντολοδόχος, Κύριος των Ανιχνευτών που βρίσκονται στο Πεδίο σου, σαν αυτό τον γέρο που βρίσκεται μαζί σου σε αυτό το κελί με το σχεδόν άψυχο κορμί σου...."


"....Σκοπός του Ανιχνευτή σου είναι να σε κατευθύνει και να σε προετοιμάζει για κάθε Μάχη, αλλά όχι να παρεμβαίνει σε αυτήν....."



..................................................



....Και τότε άνοιξε τα μάτια του και αντίκρυσε τον γέρο να χαμογελάει σκαλίζοντας το βρώμικο πάτωμα του σκοτεινού τους κελιού