Τετάρτη, 18 Ιουνίου 2014

Κεφάλαιο 3 - Ένας κανόνας. Δεν υπάρχουν κανόνες.

 Ο Λύκος βρίσκεται αντικριστά από τον γέρο. Νιώθει κλεισμένος και εγκλωβισμένος στο μικρό αυτό κελί. Έχει τόσα να πει και να τον ρωτήσει αλλά δε του βγαίνει ούτε λέξη από το στόμα. Η φύση του μέσα του από τη μια τον καλεί να του ξαναεπιτεθεί να τον σκοτώσει για να μη μοιράζεται το κελί μαζί του. Από την άλλη όμως αν όλα αυτά που είδε πριν είναι αλήθεια; Αν πρόκειται πράγματι για κάποιο ον με δυο υποστάσεις?
Η γνώριμη υπόσταση που ξέρει είναι φυλακισμένη σε αυτό το υγρό μπουντρούμι και κάπου αλλού σε ένα άλλο μέρος η δεύτερη του υπόσταση. Η άλλη, αυτή που είδε σε αυτή την ονειρική κατάσταση, αυτή του τριχωτού λύκου με τα μυτερά αυτιά πάνω από το κεφάλι του σε κάποιο άγνωστο κι απόκοσμο μέρος. Τίποτα εκεί δεν του ήταν γνώριμο. Ακόμη και ο ουρανός είχε ένα βαθύ μοβ χρώμα, ήταν μέρα αλλά πολλά αστέρια διακρίνοταν παρά το ότι το φως ήταν αρκετό.

Τη σκέψη του διακόπτουν βαριά βήματα. Τρεις φρουροί με ολόμαυρη προστατευτική στολή  έρχονται και ξεκλειδώνουν τη μεταλλική πόρτα. Με
μια κίνηση τον αρπάζουν και σηκωτό τον πηγαίνουν έξω από το κελί και προχωρούν στο σκοτεινό διάδρομο. 
Γρήγορα αποπροσανατολίζεται καθώς στρίβουν αρκετές φορές αριστερά ή δεξιά ανοίγοντας και σφραζίζοντας έπειτα άλλες πύλες φεύγοντας. Πολλές διασταυρώσεις. Σε καποια σημεία το μάτι του πέφτει σε κάποιες σκοτεινές φιγούρες με ένα δόρυ ή ένα κατάνα στο θηκάρι ο καθένας.  Ούτε να διανοηθεί προς το παρόν να κάνει κάποια κίνηση ή να αρπάξει καποιο όπλο. Βρίσκεται σε άγνωστα μέρη και μόνο ως ύστατη λύση θα έκανε κάτι τέτοιο τώρα χωρίς να το σκεφτεί. Είναι φανερό ότι θέλουν να τον πάνε κάπου. Αυτοί οι τρείς δεν είναι σα τους άλλους που τον ξυλοφόρτωσαν νωρίτερα γεμίζοντας τον μόλωπες, σκισίματα και εκδορές. Ένας  τους κρατά ένα πυρσό που αφήνει σε μια υποδοχή στον τοίχο όταν φτάνουν σε κάποια σκαλιά που ανεβαίνουν προς τα πάνω. Το φως μπαίνει από τις χαραμάδες μιας ξύλινης καταπακτής. Ο ένας απο αυτούς σπρώχνει τη πόρτα προς τα πάνω κι αυτή πέφτει βαριά στην άλλη πλευρά με θόρυβο.
Το εκτυφλωτικό φως της ημέρας τον στραβώνει όπως πέφτει στο πρόσωπο του. Στρίβει αλλού το κεφάλι να αποφύγει τον ήλιο με το βλέμμα του.
Οι φρουροί τον αφήνουν να πέσει στο χώμα μόλις βγαίνουν στην επιφάνεια και κλειδώνουν με ένα λουκέτο τη πύλη στο έδαφος.  Επειτα φεύγουν προς την άκρη της αρένας αφήνοντας τον Λύκο σαστισμένο στη μέση της να κοιτάζει ολόγυρα τον κόσμο που παρακολουθεί.
Βρίσκεται στο κέντρο μιας χωμάτινης αρένας περιφραγμένης με κομμένους κορμούς ίσιων δέντρων τουλάχιστον τέσσερα μέτρα ψηλή. Περιμετρικά υπάρχουν εξέδρες. Σε αυτές κάθονται καλοντυμένες παλακίδες του αυτοκράτορα με ολόλευκα πουδραρισμένα πρόσωπα, φορώντας μεταξωτά φορέματα, κουνώντας τις χάρτινες περίτεχνες βεντάλιες τους για να κάνουν αέρα. Στις εξέδρες στην απέναντι πλευρά βλέπει κάποιους άντρες ντυμένους με πλουσιοπάροχα  ρούχα προερχόμενοι από τις υψηλές κάστες. Ολόγυρα στις εξέδρες της αρένας κάθε λίγα μέτρα στέκεται κάποιος νεαρός υπηρέτης με λευκή ενδυμασία έτοιμος να κάνει οτιδήποτε θέλημα του ζητηθεί.

Οι ψίθυροι του κοινού σταματούν όταν ένας υπερτραφής ημίγυμνος άντρας χτυπάει με ένα μεταλλικό ραβδί ένα μεγάλο στρογγυλό πιάτο. Ο μπάσος ήχος από την κρούση τραβά τη προσοχή όλων και σταματούν.

Τα βλέμματα στρέφουν στην Δυτική πλευρά της αρένας. Εκεί είναι στημένη μια εξέδρα διακοσμημένη με κόκκινα υφάσματα. Πίσω της σε τρία πανύψηλα ιστία ανεμίζουν μεγάλες σημαίες που απεικονίζουν  κεφάλια δράκων. Ο ήλιος είναι  πίσω από τις σημαίες και οδεύει προς τη δύση του.

Το αεράκι δροσίζει το κούτελο του Λύκου. Το δυνατό φως του ήλιου πέφτει στα μάτια του και δε μπορεί να δει προς τις σημαίες. Μια σκιά όμως περνά από κάτω από τις σημαίες και κάθεται στον θρόνο στο κέντρο της  εξέδρας. Δεν μπορεί να τον αντικρύσει από το φως του ηλίου. Κανείς δε μπορεί. Όσοι από την αρένα προσπαθούν να τον δούν, σύντομα κατεβάζουν τα μάτια. Ο προσανατολισμός της αρένας είναι τέτοιος ώστε η θέση του θρόνου να βρίσκεται μπροστά από τη δύση του ηλίου τα απογεύματα.

Ένας σχιστομάτης αδύνατος με γενειάδα πλεγμένη κοτσιδάκια και ένα περίτεχνο μυτερό καπέλο βγάζει ένα πάπυρο και αρχίζει και μιλάει δυνατά.

-Ένας νέος μαχητής έχει έρθει στην αρένα του αυτοκράτορα για να διασκεδάσει τον αυτοκράτορα και όλους εσάς. Έδωσε αίμα απλόχερα και φόνευσε πολλούς συμπολίτες μας. Το τελευταίο του φονικό ήταν ο γιατρός του Αυτοκράτορα. Και αυτό θα λάβει. Αίμα.

Ένα σούσουρο ακούγεται από τις κερκίδες. Οι γυναίκες ανήσυχες βάζουν τα χέρια στο στόμα έκπληκτες ενώ κάποιοι άντρες αρχίζουν να αποδοκιμάζουν το Λύκο. Κάποιοι πιο θερμόαιμοι σηκώνονται και αρχίζουν και του πετούν αντικείμενα κιόλας. Ένα μήλο, μια βεντάλια και μερικές άδειες κούπες διαγράφουν κυκλικές τροχιές προς τη πλευρά του λύκου. Εκείνος προσπαθεί να τα αποφύγει κάνοντας ελιγμούς αλλά δε καταφέρνει να τα αποφύγει όλα. Έτσι μια πύλινη κούπα σπάει στο κούτελο του και του σκίζει το δέρμα εκεί κάνοντας το αίμα να αναβλύζει από μια φλέβα και να πέφτει πάνω στα ρούχα του και έπειτα να βρέχει το χώμα της αρένας.

Κοιτάζει γύρω του σαν χαμένος, δε ξέρει από που θα του έρθει το επόμενο αντικείμενο. Στον εκνευρισμό του αρπάζει το μήλο που είχαν ρίξει στο χώμα δίπλα του και το πετάει με μανία προς τις κερκίδες. Μάταια όμως. Ένας σιριγμός ακούγεται και το μήλο διαλύεται στον αέρα μόλις  φεύγει από το χέρι του και πλησιάζει προς το κοινό. Όλοι σηκώνονται όρθιοι και ζητοκραυγάζουν για το θέαμα ενώ ένας τοξοβόλος με κόκκινη περιβολή και καλυμένο το κεφάλι σηκώνει το τόξο του στον αέρα, κάνει μια θεατρική υπόκλιση και σκύβει χαμήλα με απόλυτο σεβασμό προς τον Αυτοκράτορα.

"Μα τον γκρίζο δράκο του Κομόντο, που βρέθηκε αυτός" αναρωτιέται ο Λύκος που δε τον είπε προσέξει νωρίτερα. Με μια προσεκτικότερη ματιά γύρω βλέπει άλλους τρεις αντίστοιχους τοξότες ακροβολισμένους  στην αρένα με τα τόξα στα χέρια και περασμένα βέλη στις χορδές έτοιμα να σαιτευτούν. Ένας τοξότης με κίτρινα, ένας με μαύρα, ένας με λευκά και ο κόκκινος που σαίτεψε το μήλο πριν φτάσει στο κοινό και απέσπασε τα χειροκροτήματα από όλους.

Ο υπερτραφής ημίγυμνος άντρας ξαναχτυπάει το μεγάλο στρογγυλό πιάτο με το ραβδί και όλοι σιωπούν και κάθονται κάτω. Ο αδύνατος σχιστομάτης με τη γενειάδα ξεροβήχει δυνατά, τραβάει τη προσοχή και συνεχίζει την ανάγνωση του παπύρου.

-Εδώ μπροστά στον αυτοκράτορα θα αγωνιστεί ο Λύκος ενάντια στους πρωταθλητές μας που απόψε μάχονται σε μια από τις τελευταίες τους μάχες πριν την ελευθερία. Όποιος επικρατήσει θα αγωνιστεί στον επόμενο αγώνα με έναν νέο αντίπαλο που έρχεται από τη μακρινή Ευρώπη.

Ο Αυτοκράτορας διακόπτει την ανακοίνωση, σηκώνεται όρθιος και χειροκροτεί. Έπειτα κάνει ένα νόημα στον σχιστομάτη με τη γενειάδα να τελειώσει για να αρχίσουν. Ο Λύκος δε μπορεί να δει το πρόσωπο του παρά μόνο μια σκια καθώς το φως του ήλιο βρίσκεται ακριβώς πίσω και τον θαμπώνει.

Ο σχιστομάτης μαζεύει όπως όπως τον πάπυρο του και υποκλίνεται προς τον αυτοκράτορα. Έπειτα δίνει εντολές σε δυο φρουρούς του. Αυτοί τρέχουν και αρχίζουν να τραβούν τις λαβές ενός κυλίνδρου σε μια πλευρά της αρένας. Δυο χοντρά σχοινιά τεντώνουν και μια βαριά πόρτα αρχίζει να σηκώνεται από το πέρασμα που δημιουργείται. 

-Κυριές και κύριοι υποδεχτείτε τον Ινδό φακίρη με τους ανηψιούς του, ανακοινώνει φωναχτεί ο ψιλόλιγνος άντρας καθώς μέσα από την πύλη ξεπροβάλουν τρεις άντρες σε στενό σχηματισμό.
 Οι δυο στις άκρες κρατούν θολωτές πελώριες ασπίδες που τους καλύπτουν σχεδόν απόλυτα. Ο γηραιότερος στη μέση φορά ένα τουρμπάνι στο κεφάλι, περπατά περήφανα, χαιρετά το κοινό και όταν φτάνουν κοντά στο κέντρο της αρένας στρέφουν και πο τρεις προς τον αυτοκράτορα και κάνουν μια συντονισμένη υπόκλιση. 
Αμέσως μετά αλλάζουν στο πρόταιρο σχηματισμό τους με
μέτωπο προς τον Λύκο με τις ασπίδες σε αμυντική διάταξη.

-Υπάρχει μόνο ένας κανόνας, φωνάζει ο ψιλόλιγνος εκφωνητής και τραβά το βλέμμα του λύκου και των Ινδών που ακούν προσεκτικά. Ο κανόνας είναι ότι δεν υπάρχουν κανόνες σε αυτή τη μάχη.
Έπειτα κάνει νόημα στο παχύ χειριστή του κρουστού όργανου και μετά το χτύπημα η μάχη φαίνεται πως έχει αρχίσει.

Οι Ινδοί κάνουν μερικά πλάγια βήματα σαν μια καλά οργανωμένη πολεμική μηχανή. Ο Λύκος στέκει και τους κοιτάζει. Έχει καταλάβει ότι έχουν κάνει αρκετή εξάσκηση για αυτή την κίνηση του κάβουρα. Βλέπει τις ασπίδες τους να προστατεύουν τα σώματα τους και ψάχνει να βρει ένα κενό. Το μόνο που δεν έχει εντοπίσει είναι το όπλο τους. Δε ξέρει με τι θα παλέψουν. Ο ίδιος δεν έχει παρά τα χέρια του να αγωνιστεί. Πολύ σύντομα η τριάδα τον πλησιάζει. Τα μάτια του Ινδού είναι καρφωμένα πάνω του. Κάνει αμήχανα κι εκείνος πλάγια βήματα πριν έρθουν σε σύγκρουση και σφίγγει τις γροθιές του. Τότε βλέπει τον Ινδό να βάζει τα χέρια του στο λευκό τουρμπάνι που είναι δεμμένο στο κεφάλι του, να πασπατεύει το χώρο εκεί και να τα ξανασηκώνει αργά κρατώντας στα χέρια του δυο μεγάλες κόμπρες. Τα φίδια τυλίγονται στο χέρι του και κουλουριάζουν τις ουρές τους γύρω από τον βραχίωνα του. Φέρνουν το κεφάλι τους δίπλα στη παλάμη του φακίρη μέχρι που με μια λέξη μένουν ακίνητες. Τότε τις πιάνει από το λαιμό μαλακά με μια λαβή και τις συγκρατεί εκεί. Τα φίδια φαίνονται να έχουν περάσει κάποιου είδους εκπαίδευση καθώς έχουν ακριβώς την ίδια στάση και κοιτάζουν προς τα εμπρός.
Ο Λύκος βλέπει τη διάταξη με τις κόμπρες με κακό προαίσθημα. Τρείς άντρες, δυο κόμπρες ενάντια σε αυτόν. Ίσως αν καταφέρει να χαλάσει το σχηματισμό με κάποιο τρόπο να έχει μια ελπίδα.


Οι ινδοί μετά το σύνθημα του αρχηγού κάνουν μερικά απότομα βήματα προς τον Λύκο.  Ο Λύκος κάνει προς τα πίσω αλλά παραπατάει πάνω σε ένα κανάτι και σχεδόν χάνει την ισορροπία του.  Ο Φακίρης ανασηκώνει τα χέρια του πάνω από τις ασπίδες και ωθεί τη μια κόμπρα προς το μέρος του με το παράγγελμα του. Εκείνη τινάζει το φυδογυριστό σώμα της και σφραγίζει απότομα το στόμα της λίγα εκατοστά μπροστά από το πρόσωπο του Λύκου που κάνει βιαστηκά άτσαλα βήματα πίσω. Το επόμενο δευτερόλεπτο η  απόφαση του Λύκου να πέσει με τη πλάτη στο χώμα και να σηκώσει τα πόδια του σε μια ανάποδη κωλοτούμπα του σώζει τη ζωή και στο επόμενο τίναγμα της δεύτερης κόμπρας που αποτυγχάνει να τον δαγκώσει. Όμως δέχεται το χτύπημα από ένα σκληρό σανδάλι από τη κλωτσιά του ενός ακριανού φρουρού και ένα απότομο χτύπημα με την ασπίδα που τον πόνεσε.



Το κοινό δείχνει να έχει εκστασιαστεί με την εξέλιξη. Ο Λύκος κοιτάζει γύρω για οτιδήποτε μπορεί να το φανεί χρήσιμο σαν όπλο. Κάνει μερικές προσπάθειες να καταφέρει μια δυνατή κλωτσιά με τα μακριά του πόδια αλλά κάθε απόπειρα αποκρούεται από τις ασπίδες και δεν δείχνει να κλονίζει τους Ινδούς.  Πρέπει να βρει κάτι άλλο. Κινείται αμυντικά στο χώρο. Μαζεύει ένα κανάτι από κάτω και έπειτα ένα ακόμη. Να τα πετάξει στους ινδούς? Μακάρι να ήταν πέτρες και να είχαν βάρος, θα είχε σίγουρα κάποιο αποτέλεσμα αν τους πετύχαινε στο κεφάλι. Κοιτάζει γύρω του και περπατά στο πλάι για να κερδίσει λίγο χρόνο ακόμη.

Οι Ινδοί κάνουν πάλι μια αιφνιδιαστική επίθεση. Ο φακίρης στέλνει αυτή τη φορά και τις δυο κόμπρες μαζί. Ο Λύκος στιγμιαία σκέφτεται να κάνει το αδιανόητο. Να προσπαθήσει να τις πιάσει με τα γυμνά του χέρια πριν τον δαγκώσουν. Πράγμα πολύ δύσκολο όμως κι έτσι απλά κάνει λίγο ακόμη πίσω με ένα τίναγμα του κορμού του.  Πέφτει στο έδαφος και αποφασίζει ότι έχει μείνει αρκετά σε άμυνα. Σκάβει το χώμα με τις κούπες και τις γεμίζει με  και σκόνη.  Με μια κίνηση σηκώνεται στα πόδια του και αδειάζει τις κούπες με το χώμα προς τους Ινδούς. Η σκόνη και το χώμα πέφτει στο πρόσωπο τους και στιγμιαία τους τυφλώνει. Είναι αρκετό αυτό για να πεταχτεί μπροστά τους να αρπάξει τα δυο φίδια από το λαιμό και με μια σταυρωτή κίνηση να οδηγήσει το κάθε φίδι στο λαιμό ενός από τους ακριανούς φρουρούς. Ρίχνει και μια κουτουλιά με το κεφάλι στη μύτη του  Φακίρη που χάνει τον έλεγχο των φιδιών και πέφτει πίσω. Τα φίδια κλείνουν τα σαγόνια τους και σε ελάχιστα δευτερόλεπτα το δηλητήριο των φιδιών κυλάει στις φλέβες τους προκαλώντας τους σπασμούς. Πέφτουν κάτω με τις κόμπρες γατζωμένες στους λαιμούς τους βγάζοντας αφρούς. Ο Φακίρης σαστισμένος από την εξέλιξη προσπαθεί να σηκωθεί να φύγει. Ο Λύκος όμως πιάνει μια από τις ασπίδες και την πετά προς το μέρος του πετυχαίνοντας τον στη πλάτη και ξαπλώνοντας τον κάτω. Το επόμενο δευτερόλεπτο βρίσκεται πάνω από το σώμα του φακίρη και με τη δεύτερη ασπίδα ξεχωρίζει το κεφάλι από το σώμα του με μια κοφτή κίνηση νιώθωντας για πρώτη φορά ότι σκότωσε για ένα σωστό λόγο. Για να επιβιώσει.

Πέμπτη, 8 Μαΐου 2014

Κεφάλαιο 2 - Παύση σιωπής



   Ο Λύκος, δεν κατάλαβε τι είχε πει ο συνδέσμιός του, άλλωστε δεν είχε χρειαστεί να μάθει τη γλώσσα τους, αλλά η γλώσσα του πόνου είναι παγκόσμια και όπως ένα λιοντάρι υποτάσσεται στο μαστίγιο του θηριοδαμαστή του, έτσι και αυτός αναγνώρισε την υπεροχή του γέρου, υποκλίθηκε και κουτσαίνοντας, έσυρε την αλυσίδα του μέχρι τη γωνιά του και ανακάθισε στο ημίφως.

   Με σκυφτό το κεφάλι κάρφωνε ασταμάτητα το γέρο στα μάτια, ζυγίζοντάς τον και προσπαθούσε να βρει με πιο τρόπο θα τον εξόντωνε. Δεν ένιωθε καθόλου κουρασμένος, παρόλο που οι δεσμοφύλακες νόμιζαν ότι τον είχαν σαπίσει στο ξύλο και είχε ματώσει στο πρόσωπο και στην πλάτη.
   Όμως, όπως κάθε άγριο θηρίο, που δεν θα πήγαινε ποτέ να γλύψει και να αγκαλιάσει το θηριοδαμαστή του, έτσι και αυτός περίμενε ένα "άνοιγμα", μία στιγμή που το άθλιο και ζωντανό αυτό κουφάρι θα έστρεφε την προσοχή του αλλού για να του ορμήσει και να τον κατασπαράξει, όχι από εκδίκηση, αλλά επειδή η φύση του τον προστάζει να εξαλείφει τον ανταγωνισμό.

   Καθόταν εκεί στο μισοσκόταδο και περίμενε.
Ο γέρος φαινόταν σαν να διάβαζε αόριστα τα μάτια του, παίζοντας το παιχνίδι του "ποιος θα πάρει τα μάτια του από τον άλλο πρώτος". Δεν έδειχνε όμως καθόλου ανήσυχος. Αντίθετα μάλιστα, οι κινήσεις του ήταν ήρεμες και περιοριζόταν μόνο σε μερικά ανακαθίσματα για να βολευτεί καλύτερα στον υγρό και κρύο τοίχο του κελιού.

  Άλλοι στη θέση τους θα είχαν υποκύψει ήδη στα καλέσματα του ύπνου, αφήνοντας τη μάχη για την επόμενοι ημέρα, όχι όμ......


   ....Ω ΘΕΕ ΜΟΥ....

με μια κίνηση του χεριού του ο γέρος στέλνει άξαφνα ένα ζωντανό μαύρο κύμα κρύου αέρα πάνω του, μουδιάζοντας το κορμί του Λύκου και μετά ακινητοποιώντας τον πλήρως. Δεν μπορούσε να κουνήσει καν τα μάτια του και το βλέμμα του έμεινε πάνω στο γέρο που τώρα έσφιγγε στη εκτεταμένη γροθιά του τις ρίζες του κύματος. Πλέον δεν έμοιαζε με κάτι άλλο παρά σαν μια μαύρη φωτιά που οι φλόγες της τον αγκάλιαζαν και πηγαιναν προς το κέντρο του σώματός του.

   Πρόλαβε μόνο να δει το γέρο να εκτείνει και το άλλο του χέρι προς το μέρος του, αρπάζοντας νοητά το μυαλό του και να το σπρώχνει σε ένα μέρος που δεν είχε ξαναπάει.

   ..................................................


   Τίναξε τα φτερά στην πλάτη του και με τα νύχια του μπροστινού του ποδιού σκάλισε το σκληρό νερό της λίμνης που εκτείνονταν μπροστά του και όλα αυτά στο νου του του φάνηκαν πέρα για πέρα φυσιολογικά. Κοίταξε την αντανάκλασή του στο πράσινο νερό, αλλά δεν είδε τίποτα. Κατάλαβε που έπρεπε να κοιτάξει και σήκωσε το βλέμμα του.

    Πάνω απ' το κεφάλι του είδε σαν ένα καλοσχηματισμένο και πολύχρωμο σύννεφο τη μορφή του:
Ήταν μυώδης και η γούνα του που ήταν γκρίζα, συμπληρωνόταν από πολλά μεταλικά "μπαλώματα" στο σχήμα των όμορφων ανθρώπινων ματιών του. Στον εξωτερικό μυ του κάθε πίσω ποδιού του φύτρωναν τα πόδια ενός σκορπιού με το κεντρί του κάθενός από τους δύο να απέχει μισή ανάσα από τα πλευρά του, έτοιμοι να τον θανατώσουν...ένα είδος Δαμόκλειου Σπαθης για τυχόν ένα και μοναδικό λάθος. Εντύπωση του έκανε η ουρά του που έμοιαζε πεπιεσμένη και μεταλική στα πλάγια, σαν τα σπαθιά Κατάνα που έφτιαχναν οι μεταλλουργοί πίσω στην πατρίδα του. Λίγο πιο μεγάλη από τα πόδια του σερνόταν ανυπόμονα στο χώμα σπινθιρίζοντας. Χιλιάδες λεπτά, μακριά και αρθρωτά -σαν πόδια αράχνης- νύχια κουνιόταν σαν να ήταν δεμένα μεταξύ τους και σχημάτιζαν κύματα αέναης κίνησης πάνω στην πλάτη του, σκούρα σαν σκελετοί εντόμου. Αυτά ήταν τα φτερά που στόλιζαν το ζωώδες και παράξενο σώμα του σε αυτό το επίπεδο ύπαρξης που δεν είχε ιδέα Που και Πότε ήταν. Τίναξε με μια κίνηση δυνατά τα φτερά του να ισιώσουν για να τα καμαρώσει: έμοιαζαν με δύο τεράστιους, αποτρόπαιους μανδύες, που θα ξυπνούσαν σε κάθε πλάσμα τον φόβο του θανάτου από σμήνος δηλητηριωδών έντομων.

   Τέλος έστρεψε τη ματιά του και αντίκρυσε το πρόσωπό του. Ίσως ήταν η πιο αληθινή αντανάκλαση του ευτού του που είχε δει ποτέ: Δυο χάλκινα μάτια στόλιζαν τις αψίδες του γκρίζου, τριχωτού κρανίου του, με δυο μυτερά αυτιά σαν δαίμονα να τον στεφανώνουν. Μια μακριά, σκληρή μουσούδα που τελείωνε σε μια μαύρη και υγρή μύτη. Έσφιξε τους μύες του προσώπου του και κάτω από τα κατάμαυρα χείλη του ξεπρόβαλλαν ατσάλινες σειρές δοντιών, δύο σειρές σε κάθε γνάθο, μοιάζοντας έτσι με δαιμονικό πλάσμα, γεννημένο στις κολάσεις της ανθρώπινης φαντασίας, μόνο που εδώ -Όπου και Όποτε ήταν αυτό- ήταν Πραγματικότητα, μια Πραγματικότητα, η δική του αληθινή Πραγματικότητα....


   Και τότε ούρλιαξε.
Ούρλιαξε με όλη τη δύναμη της Δύναμής του, ούρλιαξε με κάθε κομμάτι της Χαράς και της Καταδίκης του, ούρλιαξε μέχρι να τον θαυμάσει και να τον φοβηθεί κάθε πλάσμα Όπου και Όποτε.
   Και ήταν το ουρλιαχτό του ήχος ζώου μη-ζώντος, ήταν ουρλιαχτό Νίκης και Φόβου και τότε Τον ένιωσε.


   Τον ένιωσε να αιωρείται πάνω από τη λίμνη που δεν αντανακλούσε. Τίποτα δεν πρόδιδε την παρουσία Του παρά μόνο η ίδια η Διαίσθηση που του έδινε αυτή η Ύπαρξη. Τώρα δεν υπήρχε τίποτα άλλο παρά μόνο ο Λύκος, η Λίμνη και ο Άρχοντας του Γέρου, γιατί με αυτό τον σκοπό είχε έρθει Εκεί και Τότε.

  Τα φτερά του, σαν από αντανακλαστικό, αγκάλιασαν και θωράκισαν τον κορμό του, η ουρά του σαν ξιφολόγχη υψώθηκε στον αέρα, γρύλισε μέσα από τα δόντια του πετώντας έξω την κατάμαυρη γλώσσα του, αλλά οι σκορπιοί στα μπούτια του χαμήλωσαν τα κεντριά τους πάνω στο δέρμα του ώστε να τον αναγκάσουν να ηρεμήσει και να υποταχτεί.

  Δεν είχε σκοπό να επιτεθεί, αλλά απλώς να επιδείξει στην Οντότητα ότι δεν είναι ανύμπορος απέναντί του, όμως η απειλή του φαρμακιού κατεύνασε την κάθε του επιπόλαιη επιδειξιομανία. Τότε συνειδητοποίησε ότι ποτέ πριν στη ζωή του δεν υπήρξε επιδειξιομανής, παρόλο που θα μπορούσε με άνεση να παίρνει απροκάλυπτα και με περηφάνεια ό,τι ήθελε, χρησιμοποιώντας απλώς την ομορφιά του και τη δύναμή του και αυτό τον παραξένεψε, αλλά η εσωτερική του αυτή διαμάχή δεν κράτησε πολύ.


......................................


  Η Οντότητα αιωρήθηκε προς το μέρος του χωρίς όμως να υλοποιείται, ούτε καν να γίνεται μια ορατή ενέργεια. 
Ό,τι και αν ήταν Αυτό, έμοιαζε να είναι εξίσου σε μια άλλη διαφορετική διάσταση Ύπαρξης και το μόνο που συνέδεε τον Λύκο με τον Άρχοντα (έτσι τον ένιωσε στο μυαλό του) ήταν ένας διανοητικός δεσμός και τότε μια φωνή μέσα στο μυαλό του......



..............................

  "Εφτά Αντικείμενα - πρέπει να τα βρεις και να κατανοήσεις την Ύπαρξή τους. Θα αντιμετωπίσεις τους Φύλακες και τους Εχθρούς τους και θα τα αφήσεις ξανά στη θέση τους. Σε κάθε αντικείμενο που θα βρίσκεις, πάντα θα φτάνει ταυτόχρονα ο Φύλακάς του και ο Εχθρός του. Ο Φύλακας το προσέχει και θέλει να το κρατήσει στη θέση του, χωρίς να μάθεις ποτέ τι είναι και ο Εχθρός του θέλει να το κατανοήσεις Εσύ και μετά να σε πείσει να το πάρεις. Η δική σου θέση δεν είναι να βρεθείς ανάμεσά τους και να επιλέξεις τι από τα δύο θα κάνεις, αλλά να αντιπαλέψεις τις άλλες δύο Δυνάμεις...."

 ".....Ποτέ η Ύπαρξη δεν ήταν η μάχη ανάμεσα σε δύο Δυνάμεις: Καλό και Κακό, Δίκαιο και Άδικο, Ισχυρό και Αδύναμο.
 Πάντα είναι Τρεις: Καλό-Θεμιτό-Κακό, Δίκαιο-Ηθικό-Άδικο, Ισχυρό-Προικισμένο-Αδύναμο...."

"....Το κάθε Αντικείμενο θα το βρίσκεις στον δικό σου κόσμο, όχι έπειτα από αναζήτηση, αλλά διότι θα τοποθετείται στο δρόμο σου ανά πάσα ώρα και στιγμή. Έτσι δεν θα χρειαστεί να κάνεις μεγάλα ταξίδια και να ψάχνεις άδικα για πληροφορίες....."

".....Η μάχη που θα δίνεις για το κάθε αντικείμενο θα ξεκινάει στον κόσμο σου, αλλά θα εξελίσσεται παράλληλα και σε αυτόν εδώ. Και οι δύο μορφές Ύπαρξή σου θα υποφέρουν εξίσου τα ίδια χτυπήματα που θα δεχτείς σε κάθε Επίπεδο. Το ίδιο ισχύει και για τους Φύλακες και τους Εχθρούς...."

"....Η πραγματική κατανόηση του κάθε Αντικειμένου βρίσκεται σε αυτό το επίπεδο, οπότε μετά από κάθε νίκη θα πρέπει να βρεις ένα προφυλαγμένο μέρος για να αφήσεις το σχεδόν νεκρό σου σώμα και να έρθεις εδώ για να διαλογιστείς. Κάθε Διαλογισμός πάνω σε κάθε Αντικείμενο είναι εξίσου μια δύσκολη Μάχη....."


".....Δεν είσαι ο πρώτος και ούτε θα είσαι ο τελευταίος που πέρασε από αυτό το στάδιο Ύπαρξης, οπότε αν τυχαία συναντήσεις κάποιο άλλο Ζώο, οι πληροφορίες που θα σου δώσει θα σου είναι άχρηστες. Δεν είσαι κάποιος Εκλεκτός που θα σώσει τον Κόσμο ή θα ανταμειφθεί με υλικά αγαθά για αυτό που θα περάσεις. Είσαι απλά ένας από τους Μερικούς που υπάρχουν σε κάθε σύμπαν που για κάποιους αόριστους λόγους έχεις δύο Υπάρξεις. Η Φύση του Είναι σου είναι άγνωστη ακόμα και σε εμένα. Εγώ είμαι απλά ένας Εντολοδόχος, Κύριος των Ανιχνευτών που βρίσκονται στο Πεδίο σου, σαν αυτό τον γέρο που βρίσκεται μαζί σου σε αυτό το κελί με το σχεδόν άψυχο κορμί σου...."


"....Σκοπός του Ανιχνευτή σου είναι να σε κατευθύνει και να σε προετοιμάζει για κάθε Μάχη, αλλά όχι να παρεμβαίνει σε αυτήν....."



..................................................



....Και τότε άνοιξε τα μάτια του και αντίκρυσε τον γέρο να χαμογελάει σκαλίζοντας το βρώμικο πάτωμα του σκοτεινού τους κελιού



Πέμπτη, 24 Απριλίου 2014

Κεφάλαιο 1 - Το πρώτο μάθημα

Ακούει βήματα. Ξυπνάει. Νιώθει το κεφάλι του να βουίζει ακόμη από το χτύπημα του έφιππου. Η αισθήση της αφής επιστρέφει βαθμιαία στα χέρια του που τα αισθάνεται μουδιασμένα. Νιώθει κάποια χειροδύναμα χέρια να τον μεταφερουν κρατώντας τον τις μασχάλες και τα πόδια. Πριν προλάβει να ανοίξει τα ματια του ακούει ένα μεταλλικό ήχο κλειδαριάς, ένα τρίξιμο πόρτας κι έπειτα νιώθει να αιωρείται για λιγότερο από ενα δευτερόλεπτο στον αέρα. Το επακόλουθο χτυπημα του κεφαλιού του στο πέτρινο πάτωμα τον στέλνει πάλι στην αγκαλιά του θεού του ύπνου.

Όταν ξυπνά ώρες μετά, η δίψα του είναι αρκετά μεγάλη. Με δυσκολία  τα χείλη του ξεκολλούν και ξεροκαταπίνει. Βρίσκεται πεταγμένος σε μια γωνιά ενός ημισκότεινου μπουντρουμιού. Το μοναδικό φως μπαίνει στον χώρο από έναν μακρόστενο φεγγίτη που θα μπορούσε μόνο το χέρι του να χωρέσει. Τα μάτια του γρήγορα συνηθίζουν την έλλειψη του φωτός και κοιτάζει γύρω του. Δίπλα του βλέπει ένα κανάτι με νερό κι άλλο ένα με κάποιο καφετί πήγμα που δεν μπορεί να καταλάβει τι είδους τροφή είναι. Πιάνει το κανάτι και κατεβάζει το νερό  στο διψασμένο λαρύγγι του σαν ζώο που πεθαίνει από δίψα. Η πείνα τον οδηγεί να πιάσει το άλλο κανάτι με το καφετί χυλό και να αρχίζει να τον καταβροχθίζει χωρίς να πολυσκεφτεί τι μπορεί να είναι. Η γεύση του φέρνει στο νου διάφορες γεύσεις από όσπρια βρασμένα σε ζωμό κρέατος ενώ η πολτοποιημένη υφή του αφαιρεί κάθε ανάγκη για κουτάλι. Είναι η πρώτη φορά που του σερβίρεται τροφή, έστω και με αυτόν τον απροσδόκητο τρόπο. Συνήθως έκλεβε τη τροφή του όταν εισέβαλε σε κουζίνες εστιατορίων ή άρπαζε τρόφιμα από τα χέρια άλλων και χανόταν μέσα στο πλήθος χωρίς να μπορεί να τον σταματήσει κανείς με αυτή την ευκινησία που είχε.

Το κεφάλι του ακόμη πονάει και ρίχνει μια ματιά τριγύρω του. Γουρλώνει τα μάτια του όταν βλέπει έναν γέρο άνρθωπο σε μια πολύ περίεργη στάση στο κέντρο ακριβώς του κελιού του. Πριν δυο λεπτά θα ορκιζόταν ότι ήταν μόνος του στο κελί αλλά ίσως και να έκανε λάθος. Η έλειψη του φωτός ήταν τέτοια που το μισό κελί δεν μπορεί να το εξερευνήσει ακόμη με τα μάτια του.
Ο γέρος φοράει ένα καφέ μανδύα και στέκεται ακίνητος στο κεφάλι του ενώ έχει ενωμένα τις παλάμες του. Το ένα του πόδι είναι τεντωμένο πάνω ενώ το άλλο αλλάζει θέση σα να κάνει κάποιου είδους τελετουργική χορογραφία. Μια τεντώνεται ψηλά, έπειτα λυγίζει το γόνατο και περιστρέφεται με ένα σταθερό ρυθμό κρατώντας πάντα μια λεπτή ισορροπία.

Η πρώτη σκέψη του Λύκου που συνωφρυάται  στη θέα αυτού του γέρου είναι να τον σταματήσει. Έχει δει διάφορους τσαρλατάνους αλλά σαν του λόγου του δεν έχει δει ποτέ.  Αμέσως πετά το κανάτι με το φαγητό σε έναν από τους σκοτεινούς τοίχους της φυλακής, ανακάθεται στη λεκάνη του, στηρίζεται στα χέρια του και τεντώνει το ένα του πόδι ρίχνοντας μια κλοτσιά προς το γέρο για να τον γκρεμίσει.

Με μια αστραπιαία κίνηση ο γέρος αμύνεται στο χτύπημα ανοίγοντας τις παλάμες και ξανακλείνοντας τες με δύναμη φυλακίζοντας εκεί τον αστράγαλο του Λύκου. Δυο δάχτυλα από τα χέρια του γέρου που πιέζουν απότομα τα κατάλληλα νεύρα κι ο πόνος διαπερνά όλο το πόδι του Λύκου φτάνοντας ψηλά στη ραχοκοκαλιά του. Ο Λύκος διπλώνεται από τον πόνο και μαζεύει το πόδι του με μια έκφραση μίσους να ζωγραφίζεται στο πρόσωπο του.
Δεν το περίμενε αυτό. Πριν αλλάξει καν η μέρα δέχεται ένα νέο χτύπημα κι αυτή τη φορά πιο δραστικό. Νιώθει το πόδι του να μουδιάζει και το μαζεύει. Το μένος όμως κυλά στο άσπλαχνο σαρκίο του και σηκώνεται να χτυπήσει το γέρο αυτή τη φορά όρθιος. Το μεγάλο άνοιγμα των χεριών του, επιτρέπει να επιφέρει ένα χτύπημα στον αντίπαλο του χωρίς να πλησιάσει πολύ. Η απάντηση όμως του γέρου είναι κι αυτή τη φορά πιο άμεση. Πριν προλάβει να κατεβάσει το χέρι του με φόρα δέχεται ένα χτύπημα αστραπή κατακέφαλα που τον πετά πίσω ζαλισμένο. Παραπατά και πέφτει πίσω στον τοίχο έκπληκτος.

Ο γέρος με απόλυτη αρμονία κατεβάζει το πρώτο κι έπειτα το δεύτερο πόδι στο δάπεδο και ανασηκώνεται όρθιος. Ισιώνει τη στολή του και υποκλίνεται στον Λύκο. Είναι ένας κοντός γέρος με μακριά μαλλιά πλεγμένα άναρχα σε μια βρώμικη κοτσίδα, έχει γκρίζες χοντρές φαβορίτες που ενώνονται με το μακρύ του μούσι. Η φυλακή φαίνεται να έχει καταβάλει την εμφάνιση του αλλά όχι και τον ίδιο και τις δυνάμεις του.

-Σήμερα τελείωσε το πρώτο μάθημα. Σεβασμός. Ειδικά όταν ο δάσκαλος προσεύχεται. Κατανοητό;

Ο Λύκος τα έχει χάσει. Πρώτη φορά βρίσκεται σε φυλακή, πρώτη φορά τον σερβίρουν φαγητό από τότε που ξεβράστηκε στην Κίνα και πρώτη επίσης φορά στη ζωή του τον δέρνουν έτσι τόσο ταπεινωτικά. Δεν πρόλαβε να αντιδράσει καν, σκέφτεται. Ο γέρος αυτός δε μπορεί να είναι κάποιος τυχαίος που βρέθηκε στη φυλακή του αυτοκράτορα. Χωρίς να το πολυσκεφτεί αποφασίζει να κάνει ειρήνη με τον γέρο, τουλάχιστον μέχρι να σταματήσει να πονάει ο αστράγαλος του και το κεφάλι του από τη κλωτσιά.

Γνέφει καταφατικά και κάνει μια μικρή υπόκλιση με το κεφάλι στον νέο του δάσκαλο.

Επίσης είναι η πρώτη φορά που έχει δάσκαλο. Για όλα υπάρχει μια πρώτη φορά τελικά, σκέφτεται και προσπαθεί να πνίξει ένα μικρό χαμόγελο αμηχανίας για τη πρωτόγνωρη αυτή κατάσταση.

Πέμπτη, 10 Απριλίου 2014

Πρόλογος



   Ο Elkador μου ζήτησε να του γράψω μια ιστορία που έχει να κάνει με την αρχαία Κίνα των αυτοκρατόρων και των πολεμιστών.

   Δυστυχώς εκείνη την εποχήβρισκόμουν στην Αίγυπτο, που είχε μεγάλα θέματα να λύσει, καθώς οι μεγάλες της θεότητες άρχισαν να παίρνουν το Σκοτεινό Μονοπάτι, βλέποντας την εισβολή των Ελλήνων Θεών στις ορδές των πιστών τουςκαι χρειαζόταν να βρίσκομαι εκεί για να τους καθοδηγήσω μέσα από την Χαοτική Οδό και να τους μετατρέψω σε Mιάσματα για να τους πολεμήσουν.
   Άρα δεν ξέρω από πρώτο χέρι πως ήταν τότε η Άπω Ανατολή.

   Έτυχε όμως να γνωρίσω ένα θνητό που έγινε ο πρώτος και τελευταίος μαθητής μου. Ένας θνητός που η επιδεξιότητά στο φόνο συγκρίνονταν μόνο με την ταχύτητα του να παίρνει τις λάθος αποφάσεις την πιο σωστή στιγμή, κάτι που είναι ανήκουστο, αλλά συνάμα τόσο ελκυστικό, όπως θα διαβάσετε. 
Ας τον πούμε.....Λύκο, τον Πρώτο Πεπτωκότα Σκύλο της Αυτοκρατορικής Αυλής της Κίνας. 


=================
Αρχή προλόγου
=================

   Ο Λύκος δεν ήταν Κινέζος, αλλά Ιάπωνας, γεννημένος με απίστευτη ευελιξία και ασυνήθιστη ταχύτητα.
Από μικρός ξεχώρισε για το μεγάλο ύψος του (1,80 περίπου) και τις μεγάλες σιωπές του. Μεγάλα πάθη τάραζαν το μυαλό του και τα έκρυβε πίσω από τη μάσκα του πανέμορφου προσώπου του.

   Στα 16 του σκότωσε πισώπλατα τον περιτριγυρισμένο από φρουρούς διοικητή της επαρχίας του, ξεφεύγοντας από βέλη και κοντάρια. Στη φυγή του απάνω σκότωσε και τον τότε αυτοκράτορα της Ιαπωνίας και τότε πήρε την πρώτη του λάθος απόφαση την πιο σωστή στιγμή: να δραπετεύσει από την Ιαπωνία με βάρκα.

   Αν παρέμενε στη χώρα του θα στέφονταν αυτός επόμενος αυοκράτορας....η συνέχεια όμως έδειξε ότι αυτός που πήρε τη θέση του δολοφονήθηκε την ημέρα της Στέψης.
Ποιος ξέρει άραγε αν θα είχε κι αυτός την ίδια μοίρα;
Η Κόλαση του έταξε στον ύπνο του ότι αν παρέμενε θα τον προστάτευε, αλλά η ερμηνία ονείρων δεν ήταν μέσα στις ικανότητες ενός φτωχού χωριατόπαιδου με ασυνήθιστες δυνάμεις...

    


     Αγριοι άνεμοι τον πέταξαν με βία στα παράλια ενός ψαροχωρίου της Κίνας.
 Από 'κει έφυγε αυθημερόν κατευθυνόμενος στα βάθη της αχανούς γης, γεμάτης κάθε μορφής βουνού, δάσους και ζωής.
Όταν πεινούσε έκλεβε και σκότωνε, χαράζοντας έτσι ένα μονοπάτι μικρών θρήνων στο πέρασμά του, ζώντας σαν άγριο ζώο που έβγαινε τη νύχτα. Τη μέρα περπατούσε μπροστά, χωρίς σκοπό, προσέχοντας μόνο μην τον δούνε. Για το λόγο αυτό ντύνονταν στην αρχή με φύλλα και μετά φορούσε τα ρούχα των θυμάτων του, προσέχοντας να μην είναι πολύ φανταχτερά. Περπατούσε πολύ σκυφτός, καμπουριάζοντας για να κρύβει το μεγάλο του ύψος και συχνά σκαρφάλωνε δέντρα για να βρει την επόμενη πόλη ή χωριό.

   Μέσα σε τέσσερα-πέντε χρόνια κατάφερε να φτάσει μέχρι την πρωτεύουσα μιας τεράστιας επαρχίας και τότε ένιωσε για πρώτη φορά μικρός.


   Τεράστιοι δρόμοι και ναοί, οχλοβοήκαι κόσμος να κοιμάται, να ξυπνά και να πεθαίνει μέσα στα ακαθόριστα όρια μιας εξαθλίωσης που στα άκρα της βρισκόταν τα χωράφια των βρώμικων χωρικών και στο κέντρο της το παλάτι του Αυτοκράτορα με τα χρυσοντυμένα σαλιγκάρια που πραγματοποιούσαν κάθε του επιθυμία.

   Για ακόμα μια φορά άφησε το ταλέντο του να ξεδιπλωθεί.
Έφτιαξε μικρά κοφτερά μαχαίρια από ξύλο και περνώντας μέσα από τις αγορές ντυμένος ζητιάνος χτυπούσε αθόρυβα και με ταχύτητα κάποιον που περνούσε δίπλα του και κουβαλούσε ένα κομμάτι κρέας, έναν άλλον με ένα πήλινο γεμάτο αχνιστό ρύζι, έναν έμπορο που πουλούσε μαχαίρια και μετά χάνονταν στο πλήθος αφήνοντας τους περαστικούς να λεηλατήσουν το σώμα του νεκρού. Κάθε βράδυ τουλάχιστον τρία σπίτια θρηνούσαν τους νεκρούς που συνάντησαν τον θάνατο από το χέρι του Λύκου.
   Ποτέ δεν έκλεψε λεφτά. Τα λεφτά δεν τον ενδιέφεραν, αφού αποκτούσε με ταχύτητα ότι ήθελε χωρίς καν να προλάβει το αίμα του θύματός του να τον λερώσει.
Έκρυβε τα λάφυρά του κάτω από τα φτωχικά του ρούχα και κανείς δεν υποψιαζόταν να τον ψάξει. Κάθε νύχτα, πήγαινε σε μια απόμερηγωνιά προσεκτικά για να μην τον δει κανείς και τεντώνονταν σηκώνοντας τα χέρια του ψηλά στον ουρανό για να ξεκουράσει το ψηλό του κορμί που το καμπούριαζε όλη τη μέρα. Μετά έτρωγε.

   Αυτό κράτησε για περίπου πέντε μήνες και η φήμη του Αόρατου Δολοφόνου περιπλανιόταν στην πόλη σαν Δαμόκλειος Σπάθη.
Κανένας δεν ήταν ασφαλής, αλλά επειδή δεν σκότωνε πλούσιους, ο Αυτοκράτορας δεν ενδιαφερόταν. Ο εξαθλιωμένος κόσμος φοβόταν να του μιλήσει και έτσι ο Λύκος λεηλατούσε τις ζωές των φτωχών.
Όλα αυτά μέχρι τη μέρα που ο θάνατος από το χέρι του Λύκου χτύπησε την πόρτα του Γιατρού του Αυτοκράτορα, ενός ανθρώπου πολύήρεμου και πολύ απλού, κάθε μέρα που άφηνε τα Ανάκτορα για να γυρίσει στο σπίτι του.

   Εκείνη τη μέρα επέστρεφε κρατώντας ένα πανέρι με φρσκοψημένα ποταμόψαρα που του τα είχε κάνει δώρο μία από τις παλλακίδες του Αυτοκράτορα μετά από μια δύσκολη ασθένεια της.
Το κρύο μέταλο ενός λεπτού εγχειριδίου τρύπησε τον δεξί του πνεύμονα χωρίς αντίσταση στο θώρακα. Το τελευταίο πράγμα που είδε προσπαθώντας μάταια να φωνάξει ήταν το πανέρι του να φεύγει απ' τα χέρια του και να προσγειώνεται στην ανοιχτή παλάμη ενός ζητιάνου με χαμηλωμένο καπέλο και να χάνεται μέσα στα ρούχα του. Ανήμπορος να αντιδράσει, έχασε τις αισθήσεις του και ξεψύχησε.

   Η επόμενη μέρα βρήκε την πόλη ανάστατη από τους βασιλικούς φρουρούς που άρπαζαν κόσμο και τον οδηγούσαν στα μπουντρούμια για ανάκριση. Ο Αόρατος Δολοφόνος είχε ξαναχτυπήσει, αλλά αυτή τηφορά είχε κάνει το μεγάλο λάθος.
Κάποιοι ένιωσαν ανακούφιση που το αίμα επιτέλους έφτασε και στα Βασιλικά Πατώματα και ίσως μέσα από την αναταραχή να βρισκόταν τα ίχνη του.

   Ο Λύκος ήξερε να κρύβεται, γιατί δεν ήταν μόνο το ύψος του που θα τον έκανε ύποπτο, αλλά και το πρόσωπό του που δεν έμοιαζε με κινέζικο. Δεν είχε το κίτρινο χρώμα και τις σκελετωμένες γωνίες ενός Κινέζου. Το όμορφο πρόσωπό του είχε το χρώμα του πιο φίνου αλάβαστρου με δυνατές, αλλά γεμάτες καμπύλες στα σαγόνια του. Τα μάτια του ομοίαζαν με δύο ασύγκριτα καμπυλωτά δάκρυα που αντανακλούσαν τέλεια σε ένα νοητό καθρέφτη στη μέση του προσώπου του και η λεπτή του μύτη, που ασμίζονταν συνέχεια, δεν είχε καμιά σχέση με την πλακουτσωτή κινέζικηπου συνήθως την γέμιζε ένα ζευγάρι τεράστια ρουθούνια.
Αυτό το πρόσωπο έπρεπε καθημερινά να καλύπτει με λάσπηκαι σκατά από το δρόμο για να μην κινάει υποψίες.


   Δεν πρόλαβε όμως να δει 
και αν πρόλαβε, δεν μπόρεσε έγκαιρα να αντιδράσει -παρόλη τη μεγάλη του ταχύτητα- δύο έφιππους βασιλικούς φρουρούς που έτρεχαν εκείνη τη στιγμή μέσα στα στενά δρομάκια, ανατρέποντας ό,τι έβρισκαν στο πέρασμά τους. Παίρνοντας απότομα μια στροφή, τοένα από τα δύο ζώα τον χτύπησε βίαια με τη κοιλιά του και τον έριξεπάνω σε μια ποτίστρα γεμάτη νερό, σηματοδοτώντας για πάντα μια απροσδόκητη σειρά γεγονότων:
Είδε σε αργη κίνηση το σώμα του να πέφτει προς το νερό και άπλωσε σαν γάτα τα άκρα του για να πιαστεί από τις άκρες του ξύλου, αναγκάζοντάς τον να τεντώσει όλο του το κορμί. Εκείνη τη στιγμή ο έφιππος έριξε τα μάτια του πάνω του για να δει τι συμβαίνει. Ο Λύκος κατάφερε να πιαστεί από τις άκρες της ποτίστρας μοιάζοντας με μια τεράστια αράχνη που κρέμονταν πάνω από το θύμα της, αλλά το ένα στήριγμά της έσπασε από το βάρος και τη βία της σύγκρουσης, ρίχνοντάς τον κάτω. Όλο το νερό έπεσε πάνω του και πριν προλάβει να τον χτυπήσει το ξύλο, το μάτι του φρουρού είδε κάτι να λάμπει μέσα απ' τα ρούχα του.
Ο έφιππος τράβηξε με βία τα γκέμια του ζώου του που σηκώθηκε στα πισινά του πόδια και φώναξε για να τον ακούσει ο συνάδελφός του.Ξεπέζεψαν και προτείνοντας τα ξίφη τους αποκάλυψαν αυτόν που κρύβονταν από κάτω. Και τα δύο όπλα κόλλησαν στο λαιμό του Λύκου που τους κοιτούσε σαν ζώο που το είχαν παγιδεύσει σε γωνία. Δίπλα του πεταμένα ήταν πέντε πανομοιότυπα στιλέτα, σαν σουβλιά.
   Κόσμος μαζεύτηκε για να δει τι είχε συμβεί και πριν προλάβουν να πέσουν απάνω του και τον σκοτώσουν, τον χτύπησαν δυνατά στο σαγόνι στέλνοντάς τον για λίγο στην αδερφή του Μορφέα, την Λιποθυμία. Τον φόρτωσαν γρήγορα σε ένα άλογο και έφυγαν το ίδιο γρήγορα όπως ήρθαν.
Οι διαταγές ήταν σαφείς. Να οδηγηθεί στο παλάτι για να δικαστεί από τον ίδιο τον Αυτοκράτορα.