Τετάρτη, 18 Ιουνίου 2014

Κεφάλαιο 3 - Ένας κανόνας. Δεν υπάρχουν κανόνες.

 Ο Λύκος βρίσκεται αντικριστά από τον γέρο. Νιώθει κλεισμένος και εγκλωβισμένος στο μικρό αυτό κελί. Έχει τόσα να πει και να τον ρωτήσει αλλά δε του βγαίνει ούτε λέξη από το στόμα. Η φύση του μέσα του από τη μια τον καλεί να του ξαναεπιτεθεί να τον σκοτώσει για να μη μοιράζεται το κελί μαζί του. Από την άλλη όμως αν όλα αυτά που είδε πριν είναι αλήθεια; Αν πρόκειται πράγματι για κάποιο ον με δυο υποστάσεις?
Η γνώριμη υπόσταση που ξέρει είναι φυλακισμένη σε αυτό το υγρό μπουντρούμι και κάπου αλλού σε ένα άλλο μέρος η δεύτερη του υπόσταση. Η άλλη, αυτή που είδε σε αυτή την ονειρική κατάσταση, αυτή του τριχωτού λύκου με τα μυτερά αυτιά πάνω από το κεφάλι του σε κάποιο άγνωστο κι απόκοσμο μέρος. Τίποτα εκεί δεν του ήταν γνώριμο. Ακόμη και ο ουρανός είχε ένα βαθύ μοβ χρώμα, ήταν μέρα αλλά πολλά αστέρια διακρίνοταν παρά το ότι το φως ήταν αρκετό.

Τη σκέψη του διακόπτουν βαριά βήματα. Τρεις φρουροί με ολόμαυρη προστατευτική στολή  έρχονται και ξεκλειδώνουν τη μεταλλική πόρτα. Με
μια κίνηση τον αρπάζουν και σηκωτό τον πηγαίνουν έξω από το κελί και προχωρούν στο σκοτεινό διάδρομο. 
Γρήγορα αποπροσανατολίζεται καθώς στρίβουν αρκετές φορές αριστερά ή δεξιά ανοίγοντας και σφραζίζοντας έπειτα άλλες πύλες φεύγοντας. Πολλές διασταυρώσεις. Σε καποια σημεία το μάτι του πέφτει σε κάποιες σκοτεινές φιγούρες με ένα δόρυ ή ένα κατάνα στο θηκάρι ο καθένας.  Ούτε να διανοηθεί προς το παρόν να κάνει κάποια κίνηση ή να αρπάξει καποιο όπλο. Βρίσκεται σε άγνωστα μέρη και μόνο ως ύστατη λύση θα έκανε κάτι τέτοιο τώρα χωρίς να το σκεφτεί. Είναι φανερό ότι θέλουν να τον πάνε κάπου. Αυτοί οι τρείς δεν είναι σα τους άλλους που τον ξυλοφόρτωσαν νωρίτερα γεμίζοντας τον μόλωπες, σκισίματα και εκδορές. Ένας  τους κρατά ένα πυρσό που αφήνει σε μια υποδοχή στον τοίχο όταν φτάνουν σε κάποια σκαλιά που ανεβαίνουν προς τα πάνω. Το φως μπαίνει από τις χαραμάδες μιας ξύλινης καταπακτής. Ο ένας απο αυτούς σπρώχνει τη πόρτα προς τα πάνω κι αυτή πέφτει βαριά στην άλλη πλευρά με θόρυβο.
Το εκτυφλωτικό φως της ημέρας τον στραβώνει όπως πέφτει στο πρόσωπο του. Στρίβει αλλού το κεφάλι να αποφύγει τον ήλιο με το βλέμμα του.
Οι φρουροί τον αφήνουν να πέσει στο χώμα μόλις βγαίνουν στην επιφάνεια και κλειδώνουν με ένα λουκέτο τη πύλη στο έδαφος.  Επειτα φεύγουν προς την άκρη της αρένας αφήνοντας τον Λύκο σαστισμένο στη μέση της να κοιτάζει ολόγυρα τον κόσμο που παρακολουθεί.
Βρίσκεται στο κέντρο μιας χωμάτινης αρένας περιφραγμένης με κομμένους κορμούς ίσιων δέντρων τουλάχιστον τέσσερα μέτρα ψηλή. Περιμετρικά υπάρχουν εξέδρες. Σε αυτές κάθονται καλοντυμένες παλακίδες του αυτοκράτορα με ολόλευκα πουδραρισμένα πρόσωπα, φορώντας μεταξωτά φορέματα, κουνώντας τις χάρτινες περίτεχνες βεντάλιες τους για να κάνουν αέρα. Στις εξέδρες στην απέναντι πλευρά βλέπει κάποιους άντρες ντυμένους με πλουσιοπάροχα  ρούχα προερχόμενοι από τις υψηλές κάστες. Ολόγυρα στις εξέδρες της αρένας κάθε λίγα μέτρα στέκεται κάποιος νεαρός υπηρέτης με λευκή ενδυμασία έτοιμος να κάνει οτιδήποτε θέλημα του ζητηθεί.

Οι ψίθυροι του κοινού σταματούν όταν ένας υπερτραφής ημίγυμνος άντρας χτυπάει με ένα μεταλλικό ραβδί ένα μεγάλο στρογγυλό πιάτο. Ο μπάσος ήχος από την κρούση τραβά τη προσοχή όλων και σταματούν.

Τα βλέμματα στρέφουν στην Δυτική πλευρά της αρένας. Εκεί είναι στημένη μια εξέδρα διακοσμημένη με κόκκινα υφάσματα. Πίσω της σε τρία πανύψηλα ιστία ανεμίζουν μεγάλες σημαίες που απεικονίζουν  κεφάλια δράκων. Ο ήλιος είναι  πίσω από τις σημαίες και οδεύει προς τη δύση του.

Το αεράκι δροσίζει το κούτελο του Λύκου. Το δυνατό φως του ήλιου πέφτει στα μάτια του και δε μπορεί να δει προς τις σημαίες. Μια σκιά όμως περνά από κάτω από τις σημαίες και κάθεται στον θρόνο στο κέντρο της  εξέδρας. Δεν μπορεί να τον αντικρύσει από το φως του ηλίου. Κανείς δε μπορεί. Όσοι από την αρένα προσπαθούν να τον δούν, σύντομα κατεβάζουν τα μάτια. Ο προσανατολισμός της αρένας είναι τέτοιος ώστε η θέση του θρόνου να βρίσκεται μπροστά από τη δύση του ηλίου τα απογεύματα.

Ένας σχιστομάτης αδύνατος με γενειάδα πλεγμένη κοτσιδάκια και ένα περίτεχνο μυτερό καπέλο βγάζει ένα πάπυρο και αρχίζει και μιλάει δυνατά.

-Ένας νέος μαχητής έχει έρθει στην αρένα του αυτοκράτορα για να διασκεδάσει τον αυτοκράτορα και όλους εσάς. Έδωσε αίμα απλόχερα και φόνευσε πολλούς συμπολίτες μας. Το τελευταίο του φονικό ήταν ο γιατρός του Αυτοκράτορα. Και αυτό θα λάβει. Αίμα.

Ένα σούσουρο ακούγεται από τις κερκίδες. Οι γυναίκες ανήσυχες βάζουν τα χέρια στο στόμα έκπληκτες ενώ κάποιοι άντρες αρχίζουν να αποδοκιμάζουν το Λύκο. Κάποιοι πιο θερμόαιμοι σηκώνονται και αρχίζουν και του πετούν αντικείμενα κιόλας. Ένα μήλο, μια βεντάλια και μερικές άδειες κούπες διαγράφουν κυκλικές τροχιές προς τη πλευρά του λύκου. Εκείνος προσπαθεί να τα αποφύγει κάνοντας ελιγμούς αλλά δε καταφέρνει να τα αποφύγει όλα. Έτσι μια πύλινη κούπα σπάει στο κούτελο του και του σκίζει το δέρμα εκεί κάνοντας το αίμα να αναβλύζει από μια φλέβα και να πέφτει πάνω στα ρούχα του και έπειτα να βρέχει το χώμα της αρένας.

Κοιτάζει γύρω του σαν χαμένος, δε ξέρει από που θα του έρθει το επόμενο αντικείμενο. Στον εκνευρισμό του αρπάζει το μήλο που είχαν ρίξει στο χώμα δίπλα του και το πετάει με μανία προς τις κερκίδες. Μάταια όμως. Ένας σιριγμός ακούγεται και το μήλο διαλύεται στον αέρα μόλις  φεύγει από το χέρι του και πλησιάζει προς το κοινό. Όλοι σηκώνονται όρθιοι και ζητοκραυγάζουν για το θέαμα ενώ ένας τοξοβόλος με κόκκινη περιβολή και καλυμένο το κεφάλι σηκώνει το τόξο του στον αέρα, κάνει μια θεατρική υπόκλιση και σκύβει χαμήλα με απόλυτο σεβασμό προς τον Αυτοκράτορα.

"Μα τον γκρίζο δράκο του Κομόντο, που βρέθηκε αυτός" αναρωτιέται ο Λύκος που δε τον είπε προσέξει νωρίτερα. Με μια προσεκτικότερη ματιά γύρω βλέπει άλλους τρεις αντίστοιχους τοξότες ακροβολισμένους  στην αρένα με τα τόξα στα χέρια και περασμένα βέλη στις χορδές έτοιμα να σαιτευτούν. Ένας τοξότης με κίτρινα, ένας με μαύρα, ένας με λευκά και ο κόκκινος που σαίτεψε το μήλο πριν φτάσει στο κοινό και απέσπασε τα χειροκροτήματα από όλους.

Ο υπερτραφής ημίγυμνος άντρας ξαναχτυπάει το μεγάλο στρογγυλό πιάτο με το ραβδί και όλοι σιωπούν και κάθονται κάτω. Ο αδύνατος σχιστομάτης με τη γενειάδα ξεροβήχει δυνατά, τραβάει τη προσοχή και συνεχίζει την ανάγνωση του παπύρου.

-Εδώ μπροστά στον αυτοκράτορα θα αγωνιστεί ο Λύκος ενάντια στους πρωταθλητές μας που απόψε μάχονται σε μια από τις τελευταίες τους μάχες πριν την ελευθερία. Όποιος επικρατήσει θα αγωνιστεί στον επόμενο αγώνα με έναν νέο αντίπαλο που έρχεται από τη μακρινή Ευρώπη.

Ο Αυτοκράτορας διακόπτει την ανακοίνωση, σηκώνεται όρθιος και χειροκροτεί. Έπειτα κάνει ένα νόημα στον σχιστομάτη με τη γενειάδα να τελειώσει για να αρχίσουν. Ο Λύκος δε μπορεί να δει το πρόσωπο του παρά μόνο μια σκια καθώς το φως του ήλιο βρίσκεται ακριβώς πίσω και τον θαμπώνει.

Ο σχιστομάτης μαζεύει όπως όπως τον πάπυρο του και υποκλίνεται προς τον αυτοκράτορα. Έπειτα δίνει εντολές σε δυο φρουρούς του. Αυτοί τρέχουν και αρχίζουν να τραβούν τις λαβές ενός κυλίνδρου σε μια πλευρά της αρένας. Δυο χοντρά σχοινιά τεντώνουν και μια βαριά πόρτα αρχίζει να σηκώνεται από το πέρασμα που δημιουργείται. 

-Κυριές και κύριοι υποδεχτείτε τον Ινδό φακίρη με τους ανηψιούς του, ανακοινώνει φωναχτεί ο ψιλόλιγνος άντρας καθώς μέσα από την πύλη ξεπροβάλουν τρεις άντρες σε στενό σχηματισμό.
 Οι δυο στις άκρες κρατούν θολωτές πελώριες ασπίδες που τους καλύπτουν σχεδόν απόλυτα. Ο γηραιότερος στη μέση φορά ένα τουρμπάνι στο κεφάλι, περπατά περήφανα, χαιρετά το κοινό και όταν φτάνουν κοντά στο κέντρο της αρένας στρέφουν και πο τρεις προς τον αυτοκράτορα και κάνουν μια συντονισμένη υπόκλιση. 
Αμέσως μετά αλλάζουν στο πρόταιρο σχηματισμό τους με
μέτωπο προς τον Λύκο με τις ασπίδες σε αμυντική διάταξη.

-Υπάρχει μόνο ένας κανόνας, φωνάζει ο ψιλόλιγνος εκφωνητής και τραβά το βλέμμα του λύκου και των Ινδών που ακούν προσεκτικά. Ο κανόνας είναι ότι δεν υπάρχουν κανόνες σε αυτή τη μάχη.
Έπειτα κάνει νόημα στο παχύ χειριστή του κρουστού όργανου και μετά το χτύπημα η μάχη φαίνεται πως έχει αρχίσει.

Οι Ινδοί κάνουν μερικά πλάγια βήματα σαν μια καλά οργανωμένη πολεμική μηχανή. Ο Λύκος στέκει και τους κοιτάζει. Έχει καταλάβει ότι έχουν κάνει αρκετή εξάσκηση για αυτή την κίνηση του κάβουρα. Βλέπει τις ασπίδες τους να προστατεύουν τα σώματα τους και ψάχνει να βρει ένα κενό. Το μόνο που δεν έχει εντοπίσει είναι το όπλο τους. Δε ξέρει με τι θα παλέψουν. Ο ίδιος δεν έχει παρά τα χέρια του να αγωνιστεί. Πολύ σύντομα η τριάδα τον πλησιάζει. Τα μάτια του Ινδού είναι καρφωμένα πάνω του. Κάνει αμήχανα κι εκείνος πλάγια βήματα πριν έρθουν σε σύγκρουση και σφίγγει τις γροθιές του. Τότε βλέπει τον Ινδό να βάζει τα χέρια του στο λευκό τουρμπάνι που είναι δεμμένο στο κεφάλι του, να πασπατεύει το χώρο εκεί και να τα ξανασηκώνει αργά κρατώντας στα χέρια του δυο μεγάλες κόμπρες. Τα φίδια τυλίγονται στο χέρι του και κουλουριάζουν τις ουρές τους γύρω από τον βραχίωνα του. Φέρνουν το κεφάλι τους δίπλα στη παλάμη του φακίρη μέχρι που με μια λέξη μένουν ακίνητες. Τότε τις πιάνει από το λαιμό μαλακά με μια λαβή και τις συγκρατεί εκεί. Τα φίδια φαίνονται να έχουν περάσει κάποιου είδους εκπαίδευση καθώς έχουν ακριβώς την ίδια στάση και κοιτάζουν προς τα εμπρός.
Ο Λύκος βλέπει τη διάταξη με τις κόμπρες με κακό προαίσθημα. Τρείς άντρες, δυο κόμπρες ενάντια σε αυτόν. Ίσως αν καταφέρει να χαλάσει το σχηματισμό με κάποιο τρόπο να έχει μια ελπίδα.


Οι ινδοί μετά το σύνθημα του αρχηγού κάνουν μερικά απότομα βήματα προς τον Λύκο.  Ο Λύκος κάνει προς τα πίσω αλλά παραπατάει πάνω σε ένα κανάτι και σχεδόν χάνει την ισορροπία του.  Ο Φακίρης ανασηκώνει τα χέρια του πάνω από τις ασπίδες και ωθεί τη μια κόμπρα προς το μέρος του με το παράγγελμα του. Εκείνη τινάζει το φυδογυριστό σώμα της και σφραγίζει απότομα το στόμα της λίγα εκατοστά μπροστά από το πρόσωπο του Λύκου που κάνει βιαστηκά άτσαλα βήματα πίσω. Το επόμενο δευτερόλεπτο η  απόφαση του Λύκου να πέσει με τη πλάτη στο χώμα και να σηκώσει τα πόδια του σε μια ανάποδη κωλοτούμπα του σώζει τη ζωή και στο επόμενο τίναγμα της δεύτερης κόμπρας που αποτυγχάνει να τον δαγκώσει. Όμως δέχεται το χτύπημα από ένα σκληρό σανδάλι από τη κλωτσιά του ενός ακριανού φρουρού και ένα απότομο χτύπημα με την ασπίδα που τον πόνεσε.



Το κοινό δείχνει να έχει εκστασιαστεί με την εξέλιξη. Ο Λύκος κοιτάζει γύρω για οτιδήποτε μπορεί να το φανεί χρήσιμο σαν όπλο. Κάνει μερικές προσπάθειες να καταφέρει μια δυνατή κλωτσιά με τα μακριά του πόδια αλλά κάθε απόπειρα αποκρούεται από τις ασπίδες και δεν δείχνει να κλονίζει τους Ινδούς.  Πρέπει να βρει κάτι άλλο. Κινείται αμυντικά στο χώρο. Μαζεύει ένα κανάτι από κάτω και έπειτα ένα ακόμη. Να τα πετάξει στους ινδούς? Μακάρι να ήταν πέτρες και να είχαν βάρος, θα είχε σίγουρα κάποιο αποτέλεσμα αν τους πετύχαινε στο κεφάλι. Κοιτάζει γύρω του και περπατά στο πλάι για να κερδίσει λίγο χρόνο ακόμη.

Οι Ινδοί κάνουν πάλι μια αιφνιδιαστική επίθεση. Ο φακίρης στέλνει αυτή τη φορά και τις δυο κόμπρες μαζί. Ο Λύκος στιγμιαία σκέφτεται να κάνει το αδιανόητο. Να προσπαθήσει να τις πιάσει με τα γυμνά του χέρια πριν τον δαγκώσουν. Πράγμα πολύ δύσκολο όμως κι έτσι απλά κάνει λίγο ακόμη πίσω με ένα τίναγμα του κορμού του.  Πέφτει στο έδαφος και αποφασίζει ότι έχει μείνει αρκετά σε άμυνα. Σκάβει το χώμα με τις κούπες και τις γεμίζει με  και σκόνη.  Με μια κίνηση σηκώνεται στα πόδια του και αδειάζει τις κούπες με το χώμα προς τους Ινδούς. Η σκόνη και το χώμα πέφτει στο πρόσωπο τους και στιγμιαία τους τυφλώνει. Είναι αρκετό αυτό για να πεταχτεί μπροστά τους να αρπάξει τα δυο φίδια από το λαιμό και με μια σταυρωτή κίνηση να οδηγήσει το κάθε φίδι στο λαιμό ενός από τους ακριανούς φρουρούς. Ρίχνει και μια κουτουλιά με το κεφάλι στη μύτη του  Φακίρη που χάνει τον έλεγχο των φιδιών και πέφτει πίσω. Τα φίδια κλείνουν τα σαγόνια τους και σε ελάχιστα δευτερόλεπτα το δηλητήριο των φιδιών κυλάει στις φλέβες τους προκαλώντας τους σπασμούς. Πέφτουν κάτω με τις κόμπρες γατζωμένες στους λαιμούς τους βγάζοντας αφρούς. Ο Φακίρης σαστισμένος από την εξέλιξη προσπαθεί να σηκωθεί να φύγει. Ο Λύκος όμως πιάνει μια από τις ασπίδες και την πετά προς το μέρος του πετυχαίνοντας τον στη πλάτη και ξαπλώνοντας τον κάτω. Το επόμενο δευτερόλεπτο βρίσκεται πάνω από το σώμα του φακίρη και με τη δεύτερη ασπίδα ξεχωρίζει το κεφάλι από το σώμα του με μια κοφτή κίνηση νιώθωντας για πρώτη φορά ότι σκότωσε για ένα σωστό λόγο. Για να επιβιώσει.